Φωτιά στα ντεπο

Ακόμα μια μέρα πέρασε. Μια μέρα που τα πάντα σαρώθηκαν! Μικρές φωτογραφίες στο μυαλό μου που δε νομίζω να σβήσουν. Ίσως μετά από χρόνια να ξεθωριάσουν κάπως τα χρώματά τους, μα δε θα ξεχάσω.

Είμαι ακόμα μικρός, στο ορεινό χωριό μου και στη μικρή κουζίνα του σπιτιού, το φαγητό σιγοβράζει πάνω στην ξυλόσομπα, στη μια άκρη του τραπεζιού ο παππούς μου, στην άλλη εγώ. Εκεί κάπου έμαθα ότι δεν υπάρχει ανάγκη να γεμίζεις την ατμόσφαιρα με λόγια για να επικοινωνήσεις. Αρκεί να είσαι με κάποιον που  εμπιστεύεσαι και να «ακούς» όλα όσα λέγονται με τα στόματα κλειστά. Εκεί επίσης έμαθα τη σύγχρονη ιστορία της Ελλάδας, αφού σίγουρα ένας άνθρωπος που γεννήθηκε το 1912 σε ένα φτωχό χωριουδάκι της ορεινής Αρκαδίας την έζησε από κοντά και δε χρειάστηκε να τη διαβάσει από άλλους. Μου ανέτρεψε νωρίς πολλά γραφόμενα στα βιβλία του σχολείου μου, καθισμένος πάντα κοντά στη σόμπα, ρίχνοντας κανένα ξύλο μέσα και με ώρες αφηγήσεων. Που και που έτριβε το πόδι που σώθηκε από σίγουρο κόψιμο μετά τα κρυοπαγήματα, το γεμάτο μολύβι και κομμάτια από ξένα κόκαλα κορμί του παρ’ όλες τις κακουχίες όμως έστεκε αγέρωχο! Έζησε όλες τις δύσκολες εποχές της σύγχρονης Ελλάδας και αυτό που με πλήγωσε ήταν που στα τελευταία του είδε ανθρώπους να ψάχνουν ξανά στα σκουπίδια. «Γι’ αυτό πολέμησα τότε;» μονολογούσε… Έκανε κρύο εκείνο το βράδυ, όπως και τα τελευταία βράδια αυτού του Φεβρουαρίου… [καρέ ένα]

Σήμερα 10/2/2012 , πέρασαν στυγεροί δολοφόνοι και είπαν ότι για να μας κάνουν παρέα πρέπει να σκοτώσουμε τα παιδιά μας, τους πατέρες μας, την ψυχή μας. Ζήτησαν από τα ανδρείκελά τους, που με περισσή τέχνη τοποθετούν στα καίρια σημεία της καθημερινότητάς μας δεκαετίες τώρα, να μας μεταφέρουν τα κακά μαντάτα. Εμείς, γνήσιοι γόνοι του συστήματος, ναρκωμένοι από τις «παροχές» της εποχής των παχιών αγελάδων δεν κοιτάξαμε ποτέ τα σκοινιά με τα οποία κρέμονταν αυτά τα άθλια υποκείμενα… Δεν είπαμε, «Ρε μαλάκα, δε μ’ αρέσει η υπόθεση αυτού του έργου…νομίζω παίζουν με τη νοημοσύνη μου», δε γαμωσταυρίσαμε τους κλακαδόρους που κάθονταν ανάμεσά μας, στο ακροατήριο. Συνεχίσαμε κι εμείς το χειροκρότημα που αυτοί οι «ονειρώξεων λεκέδες», που λέει και ο Πανούσης, ξεκινούσαν! Συνεχίσαμε και μετά γουστάραμε που ως in άτομα συμμετείχαμε σε αυτή τη μαζική αποχαύνωση. Τα ανδρείκελα χαρά δεν έπαιρναν, έτσι κι αλλιώς σάπια κουφάρια ήταν. Οι χειριστές τους όμως έτριβαν τα χέρια με ικανοποίηση για τις εισπράξεις τους. Για την επιτυχία που είχε το σχέδιό τους. Εδώ και κάποιους μήνες, ήρθε η ώρα να πληρώσουμε για την παράσταση που παρακολουθήσαμε. Τώρα πια, οκνηροί, παραφουσκωμένοι από τα εδέσματα που μας πρόσφεραν κατά τη διάρκεια του δρώμενου, αδύναμοι να κινηθούμε, προσπαθούμε να ξεφύγουμε και το μόνο που κινείται είναι τα γουρλωμένα μάτια μας. Χεσμένοι από το φόβο, τρελαμένοι από τη συνειδητοποίηση της πραγματικότητας, στέκουμε και περιμένουμε. Πιο δίπλα μας, οι κλακαδόροι, αυτοί που προκειμένου να καρπώνονται τζάμπα τις παροχές των θεατών πούλησαν την ψυχή τους, έγιναν προδότες και χωρίς τύψεις τραβούσαν περισσότερο κόσμο στην παράσταση, κοιτάζουν αρχικά αμήχανα, μετά αδιάφορα. Εμείς, το κοινό, έτοιμοι προς σφαγή! Δεν έχουμε να πληρώσουμε, μα δεν υπάρχει πρόβλημα γι’ αυτό! Έχουν φροντίσει να μας δεσμεύσουν. Μας λένε: «Αν δεν έχετε να πληρώσετε θα σας βάλουμε να παρακολουθείτε, πως οι γέροι γονείς σας και τα παιδιά σας, πεθαίνουν! Δεν υπάρχει πρόβλημα, το ξανακάναμε πιο παλιά, θα το κάνουμε και τώρα!». Κι εμείς ακόμα και αυτή την ύστατη στιγμή, εκεί που μπορούμε να αντιδράσουμε, φοβόμαστε μη χάσουμε τα εδέσματα και τις καλές θέσεις που βρήκαμε για να βλέπουμε.

Ζώα προς σφαγή είμαστε αλλά δε θέλουμε να το δεχτούμε. Αριθμοί εδώ και αιώνες. Είμαστε ο καθένας μας ένα αριθμημένο ερίφιο. [καρε δευτερο]

Έτσι λοιπόν, μετά από τόσα χρόνια πάλης, περάσαμε από εξαθλίωση που άλλοι μέσω πολέμων μας έφεραν σε καλύτερες εποχές για να μας φέρουν πίσω με ακόμα έναν και να μας αλώσουν. Είμαστε φύλλα στον άνεμο που σαρώνει τη Γη. Ένα τίποτα βαυκαλιζομενο με μεγαλεία παρελθόντος και αμερικάνικων χολυγουντιανών ονείρων. Κάθε μέρα βλέπω φωτογραφίες από τα μωρά ανίψια μου και αναρωτιέμαι, πως θα παραδώσω εγώ αμαχητί μια κόλαση για να ζήσουν; Ο παππούς μου τότε πέθανε και αναστήθηκε για να ζήσω τελικά τις πρώτες δεκαετίες της ζωής μου καλύτερα από αυτόν. Εμείς τι θα κάνουμε πια για τους άλλους; Ξέρω, τίποτα… [καρέ τρίτο]

Πνίγομαι… [καρε τεταρτο]

Παππού, μπορεί να ζήσω όπως εσύ, αλλά τα παιδιά μου όχι!

Δολοφόνοι, κλακαδόροι κι ανδρείκελα, συνεχίστε λίγο ακόμα, όπως κάποτε είπε ένας πρόγονός μας, αν πεθάνουμε θα μας κλάσετε το μπούτζο, αν ζήσουμε όμως θα σας γαμήσουμε. Όχι οι Έλληνες, όχι το έθνος, όχι ο λαός, όχι η εργατική τάξη… Το ζώο που ξυπνήσατε μέσα μας!

About Gil-galad

Gil-galad was an Elven-king. Of him the harpers sadly sing: The last whose realm was fair and free Between the mountains and the sea. His sword was long, his lance was keen. His shining helm afar was seen. The countless stars of heaven's field Were mirrored in his silver shield. But long ago he rode away, And where he dwelleth none can say. For into darkness fell his star; In Mordor, where the shadows are.
This entry was posted in Adagio για 1 πένα, Τα δικά μας κείμενα. and tagged . Bookmark the permalink.

1 Response to Φωτιά στα ντεπο

  1. Ο/Η ziggy stardust λέει:

    Στη Μόρντορ, στη χώρα των σκιών..

Γράψτε απάντηση στο ziggy stardust Ακύρωση απάντησης

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s