Nύχτα στην παραμυθούπολη…

 Μια νύχτα στην παραμυθούπολη; Χρώματα να λούζουν την πόλη που λες και βγήκε από παραμυθάκι του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν ενώ πλησιάζει το ηλιοβασίλεμα. Οι τοίχοι φθαρμένοι από την πολυκαιρία, δεν έχει γίνει εδώ ανακαίνιση. Το φως δείχνει ακόμα τις ατέλειες, αλλά όμως αν, λέμε αν, βάζαμε ρεσό σε όλη τη σκάλα μέχρι πάνω και στο τελευταίο σκαλί περίμεναν μια κοπέλλα κι ένας νεαρός απ’ αυτά τα πολύ όμορφα παραμυθένια παιδιά που έχει αυτή η πόλη; Ποιος θα έβλεπε τις ατέλειες στον τοίχο;
Στην αίθουσα ένα τρίο να παίζει μουσική δωματίου. Εκείνη με μακρύ μαύρο φόρεμα, τα αγόρια με φράκο. Επιθεωρεί τις τελευταίες λεπτομέρεις, το στολισμό στα τραπέζια που τον έχει φροντίσει η ίδια. Δεν ήθελε γλαδιόλες όρθιες γιατί της θύμιζαν δεκαετία του 60 και ασπρόμαυρη ελληνική ταινία. Είχε περάσει όλο το πρωινό σε ένα ανθοπωλείο προσπαθώντας να συνεννοηθεί σε γλώσσα που δε μιλούσε. Ένα μεγάλο φύλλο μπανάνας σε ρηχή πιατέλα με νερό και πάνω να επιπλέουν τριανταφυλλάκια σε χρώμα σαμπάνιας, διάφανες πετρούλες και αναμμένα ρεσό.
Βλέπει από τα μεγάλα παράθυρα που ακόμα λούζονται στο φως ότι οι καλεσμένοι της έρχονται. Έτσι τους βλέπει. Είναι οι καλεσμένοι της. Σηκώνει το χέρι στο τρίο ν’ αρχίσει να παίζει και πηγαίνει στο πλατύσκαλο. Καλεί την παραμυθένια κοπέλλα και τον παραμυθένιο νεαρό να σταθούν εκεί να περιμένουν κι εκείνη κάνει λίγα βήματα πίσω, ίσα να σταθεί στην είσοδο της αίθουσας.
Ανεβαίνουν ένας ένας, ακούει τα επιφωνήματα για τα αναμμένα ρεσό στη σκάλα, τους παρατηρεί να βλέπουν τα πανέμορφα παιδιά στο πλατύσκαλο και νιώθει ότι η πρώτη σκηνή γυρίστηκε καλά. Φοράει το πλατύ της χαμόγελο και τους καλωσορίζει σα να τους καλωσόριζε στο σπίτι της, τινάζοντας πίσω τα μαλλιά της που πέφτουν στο μέτωπο και την ενοχλούν. Λίγο νωρίτερα ήταν που μάλλον από το άγχος είχε πάθει μια κρίση αλλεργίας και χτύπησε συναγερμό στο ξενοδοχείο να βρουν φαρμακείο και να της φέρουν αντισταμινικό. Τώρα είχαν υποχωρήσει όλα τα συμπτώματα.
Και μέσα σε όλους είδε κι εκείνον ν’ ανεβαίνει και της φάνηκε πως ανέβαινε ο πρίγκηπάς της και κάπου εκεί, πίσω από την πλάτη μπορεί να της έδειχνε και κανένα γοβάκι. Τον χαιρέτησε όπως όλους άλλωστε, τους συνόδευσε στα τραπέζια τους, πέρασε όλο το βράδυ βολτάροντας από τραπέζι σε τραπέζι να σιγουρευτεί πως όλα ήταν καλά, πως όλοι ήταν ευχαριστημένοι. Για άλλη μια φορά δεν έφαγε. Ποτέ δε μπορούσε να φάει όταν επιστατούσε το γύρισμα των σκηνών της…
Της φάνηκε πως τα μαλλιά της έγιναν άχυρα, πως το χαμόγελό της πάγωσε και πως η ίδια κρέμασε σα σκιάχτρο όταν λίγο πριν τα μεσάνυχτα τον είδε να σηκώνεται σέρνοντας πίσω του τη βαλίτσα του. Η επόμενη πτήση τον περίμενε κι αυτό δε χωρούσε αναβολές. Κάπως έτσι θα πρέπει να ήταν εκείνη η βραδιά της σταχτοπούτας, σκέφτηκε. Κολοκύθα η άμαξα, κουρέλια τα ρούχα, ποντίκια οι αμαξάδες.
Ονειρεύτηκε πολλές φορές εκείνη τη νύχτα στην παραμυθούπολη, ονειρεύτηκε πολλές φορές τον πρίγκηπα με τη βαλίτσα, αλλά δεν περίμενε ποτέ να της χτυπήσει την πόρτα κρατώντας το γοβάκι της τόσα χρόνια αργότερα. Ήταν σίγουρη πως κάπου το είχε χάσει και ποτέ δεν θα το ξανάβρισκε. Το αν θα χωρούσε ήταν πιά άλλο θέμα… Είχε βολευτεί με μπότες, αρβύλες και σαγιονάρες στο μεταξύ.

Ευχαριστώ την κάλη μου φίλη Μ. που μας δάνεισε τις «παραμυθένιες της σκέψεις» .

This entry was posted in Παραμυθένια... λόγια!, Τα δικά μας κείμενα. and tagged . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s