Η συνήθεια του ρατσισμού

Τη μια φορά είναι Αιγύπτιοι, δεκαπέντε χρόνια ψαράδες στον Πειραιά, που πολιορκούνται και ξυλοκοπούνται αγρίως από αρματωμένους «αγνώστους». Την άλλη, «άγνωστοι» κυνηγούν έναν Τυνήσιο στους παραλιακούς δρόμους της Πάτρας και, πάλι καλά, σπεύδουν οι περίοικοι για να τον σώσουν από την οριστική «μετανάστευση». Την άλλη, στα Χανιά, αλλοδαπός μαχαιρώνεται από «αγνώστους». Άλλοι «άγνωστοι», στον ηλεκτρικό, μαχαιρώνουν μετανάστη. Κι άλλοι, αλλού, σχεδόν σε κάθε πόλη της Ελλάδας, των νησιών, του κάμπου ή των βουνών. Αφού παντού υπάρχουν ξένοι που χτίζουν, μαζεύουν ροδάκινα, φράουλες και ντομάτες, βόσκουν τα κοπάδια μας, πλένουν τα άπλυτα μας, γηροκομούν τους αρρώστους μας. Και κυρίως, παντού υπάρχουν «άγνωστοι».

 Δεν βλέπουν όλα τα περιστατικά το φως της δημοσιότητας. Δεν υπάρχουν παντού πρόθυμοι να τα δημοσιοποιήσουν. Αντίθετα, υπάρχουν παντού πρόθυμοι να τα αποσιωπήσουν, είτε αστυνομικοί είναι είτε «ορθά σκεπτόμενοι» Ελληνες που «δεν θέλουν να πληγεί η εικόνα της χώρας στο εξωτερικό». Μη μας περάσουν για ρατσιστές στα καλά καθούμενα – ποιους, εμάς, τους εκ γονιδίων και εκ θρησκευμάτων φιλόξενους…

 

 

Ίσως λοιπόν έχει κάποιο δίκιο η χρυσαυγίτικη ηγεσία όταν δηλώνει ότι δεν ήταν μέλη της όσοι χτύπησαν αλλοδαπούς στο ένα ή το άλλο σημείο της χώρας. Οσο πρόθυμα κι αν είναι τα παλικάρια της, οι αυτοχειροτονημένοι κυνηγοί κεφαλών, πού να τα προλάβουν όλα. Και ίσως αυτό είναι το επικίνδυνο: Οτι πλέον, από τη στιγμή που, διά της Χ.Α., η αυτοδικία και το λιντσάρισμα πέρασαν στο ρεπερτόριο των αντιδράσεών μας σαν κάτι ανεκτό, αν όχι υποχρεωτικό και απολύτως δικαιολογημένο, σε κάθε γωνιά της χώρας κάποιοι ελληνάρες μπορούν να αυτοσχεδιάσουν (ιδιαίτερα δε μικρής ηλικίας, όσοι μεγάλωσαν σε οικογένειες που ανάμεσα στο ψωμί και στο τυρί έριχναν και πέντε αναθέματα στους ξένους). Να δείρουν δηλαδή, να μαχαιρώσουν, να «σωφρονίσουν» μετανάστες, χωρίς να είναι οπωσδήποτε μέλη της Χ.Α. Μπορεί να εμπνέονται από τις μιχαλολιάκειες «θεωρίες» και τις κασιδιάριες «πρακτικές», μπορεί να είναι ψηφοφόροι της Χ.Α., αλλά δεν χρειάζεται να είναι κομμάτια του στρατιωτικού μηχανισμού της. Οπως και με την Κου Κλουξ Κλαν: Ο καθένας μπορούσε να βρει ένα άσπρο σεντόνι και να φτιάξει την κουκούλα του μίσους. Και όπως με την Αλ Κάιντα: Ο καθένας, σε οποιαδήποτε γωνιά του πλανήτη, μπορούσε να παγιδέψει ένα αυτοκίνητο εν ονόματι της Αλ Κάιντα, του οδηγού – παραδείγματος, δίχως να έχει οργανωτική σχέση με τον πυρήνα της.

 

Η μαζική υιοθέτηση της αυτοδικίας από Ελληνες που μπορεί να βρίσκουν ακόμα και διασκεδαστικό και ψυχοχαλαρωτικό το κυνήγι αλλοδαπών είναι ό,τι πιο επικίνδυνο. Το φαινόμενο δεν περιορίζεται πια στο πλαίσιο μιας ακροδεξιότατης μιλιταριστικής οργάνωσης. Και δεν πρόκειται για πλήγμα «στην εικόνα της χώρας», στη φλούδα της, αλλά κάπου πολύ πολύ βαθύτερα: στον ψυχισμό και τις αξίες μας.

 

 

Αναδημοσίευση από την Καθημερινή

About Jonathan Livingston

when all is one an one is all, to be a rock an not to roll... Jonathan Livingston@twitter : http://goo.gl/iQnmH
This entry was posted in Είδαμε κι ακούσαμε. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s