Πατώντας στις λακκούβες! Του Gil-galad.

Είμαστε ό,τι διαβάζουμε, ό,τι ακούμε, ό,τι μυρίζουμε… Είμαστε οτιδήποτε ζούμε στο παρελθόν μας και αυτό είναι πάντα μπροστά μας λες και κάναμε μεταβολή 180 μοιρών. Πάντα από το λιμάνι του παρελθόντος μας βάζουμε πλώρη για νέα πέλαγα.

Οι βόλτες στο βορρά πάντα θα είναι το αγαπημένο μου πράγμα. Έχουν κάτι το μυστηριακό που όμως για να ξεκλειδωθεί πρέπει να μυηθείς. Στο νότο αρκεί να βιώσεις. Βέβαια η τελευταία απόδοση αποτελεί μια κακή υπεραπλούστευση μα δεν είναι η ώρα να μελετήσω ούτε το Σιρόκο, ούτε το Γαρμπή, ούτε και την Όστρια. Απόψε ο Μαΐστρος έφερνε αναμνήσεις.

Πάω πίσω και θυμάμαι τότε που το «μη παιδί μου πατάς στις λακκούβες! πωπω μέσα στις βρομιές και τις λάσπες έγινες!», ηχούσε απειλητικά στ’ αυτιά ακόμα κι αν έβλεπες μια μικρή, μακρινή στο δρόμο και ονειρευόσουν αυτό το οργασμικό «ΠΛΑΤΣ!». Μετά, στην εφηβεία, το παλούκι της εμφάνισης το έχεις καταπιεί για τα καλά και δεν κάνεις καμία έκπτωση σ’αυτό. Έλα μου όμως που κάποτε έρχεται η ώρα που γνωρίζεις άτομα που με κάποιο μαγικό τρόπο διώχνουν από πάνω τους αυτό το βραχνά και ενώ περπατάτε μαζί τρέχει και πατάει μέσα στις λακκούβες, ή ακόμα χειρότερα για το μετρημένο σου εαυτό, σε αναγκάζει να πατήσεις εσύ!

Ξέρω, τα νεύρα εκείνη τη στιγμή είναι πολλά, οι κατάρες αρχίζουν και μαζεύονται στο στόμα και λίγο πριν τα χείλη ανοίξουν και ξεχυθεί από μέσα το σκότος, ένα ρημάδι χαμόγελο αρκεί για να ξεθυμάνεις! Προχωράς και μετά σε σπρώχνει στο παρκαρισμένο αυτοκίνητο και ο εκνευρισμός συνεχίζει μα, είπαμε, το λαμπύρισμα των ματιών τα σβήνει όλα! Γιατί όμως; Έρωτας, αγάπη, φιλία, συντροφικότητα, δέσιμο, χημεία, πολλά μπορείς να γράψεις εύκολα και καθόλου ασήμαντα, ως απάντηση σε αυτό. Είναι απλό, ποτέ δεν έπαψες να είσαι εκείνο το παιδάκι, ούτε κι αυτός που σε απέτρεπε. Απλά τότε ζούσες για σένα χωρίς να το ξέρεις. Μεγαλώνοντας ζεις για τους άλλους και δεν το αλλάζεις αυτό. Μέχρι και τις ωραίες λέξεις ξεχνάς να αισθάνεσαι. Όχι γιατί είναι δύσκολες, μα γιατί είναι ευκολότερο να πεις πως τα βαριέσαι αυτά και να αλλάξεις πορεία στο περπάτημά σου.

Μια βόλτα ακόμα στο βορρά, διαφορετικό κάθε φορά, με βοηθά να ανοίγω το μυαλό μου. Να ξεμυρίσει η κλεισούρα και η ναφθαλίνη που με έμαθαν σχολαστικά να βάζω. Θυμάμαι ακόμα τότε που έφτασα με ξαστεριά, περπάτησα με βροχή και πάταγα ύστερα στις λακκούβες αφήνοντας τις νιφάδες να ασπρίζουν το παλτό μου… Το καταπληκτικό ήταν πως είχα αισθανθεί ανάλαφρος από πριν ακούγοντας το Hoppipola. Πριν βγω στο χιόνι. Πως μετά να μη γίνω παιδί;

Σήμερα κι ενώ οι πατημασιές μου στο χιόνι έχουν σβήσει και οι λακκούβες που πάτησα έχουν αδειάσει και γεμίσει αμέτρητες φορές, ένιωσα να καταλαβαίνω ένα μέρος του τραγουδιού αυτού, που δε μπορούσα να δω παλιά. Ένα χαμογελαστό «Πιο σιγά» σε σπαστά ελληνικά ήταν αρκετό για να αλλάξω φίλτρο στο καλειδοσκόπιο των βορινών περιπάτων μου.

Λίγο θλιμμένα και λίγο χαρούμενα, διάλεξε εσύ την πλευρά σου, άσε το μέσα σου να πατήσει όπου αυτό θέλει και νιώσε ξανά αυτό το οργασμικό για τ’ αυτιά σου «¨ΠΛΑΤΣ!»

About Gil-galad

Gil-galad was an Elven-king. Of him the harpers sadly sing: The last whose realm was fair and free Between the mountains and the sea. His sword was long, his lance was keen. His shining helm afar was seen. The countless stars of heaven's field Were mirrored in his silver shield. But long ago he rode away, And where he dwelleth none can say. For into darkness fell his star; In Mordor, where the shadows are.
This entry was posted in Adagio για 1 πένα, Τα δικά μας κείμενα. and tagged . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s