Σάμος,Φυλάκιο Ραμπαϊδόνι…|του Jonathan Livingston.

Απ’ τις καλύτερες στιγμές στη θητεία ενός φαντάρου , μετά φυσικά απ’ τη μέρα που θα απολυθεί, είναι η στιγμή που θα τον στείλουν σε κάποιο φυλάκιο. Το φυλάκιο συνήθως είναι ο παράδεισος του κάθε φαντάρου, γιατί σε φέρνει μακριά απ’ τη βαβούρα του Τάγματος, απ’ το πήξιμο των αγγαρειών, απ’ τις αυστηρές συνθήκες που επιβάλει η παρουσία των πολλών αξιωματικών και γενικά το τρέξιμο και το χάος που επικρατεί εκεί. Τις περισσότερες φορές η ζωή σ’ αυτούς τους χακί παραδείσους κυλάει ήρεμα και χαλαρά. Η δύναμη του φυλακίου συνήθως είναι μερικοί φαντάροι και ένας αρχιφύλακας, ο οποίος αλλάζει κάθε μία ή δύο μέρες κι αν έχεις λίγη τύχη δε πέφτεις σε κολλημένους καραβανάδες που σε τρέχουν.

Έφτασα στο φυλάκιο ένα υγρό και βροχερό μεσημέρι του Φλεβάρη με την κίνηση του μεσημεριανού, το δρομολόγιο δηλαδή που στέλνει εφόδια και υλικά στα φυλάκια. Η απόσπαση ήρθε σα μάννα εξ ουρανού μιας και το τάγμα πέρναγε πραγματικά δύσκολες στιγμές λόγω εμπλοκής*. Ελάχιστος ύπνος ,καθόλου έξοδοι , τρίωρες σκοπιές αντί για δίωρες και βροχή, πάντα βροχή. Βέβαια δεν ήξερα τι ακριβώς θα συναντούσα στο «Ράμπα», όπως λέγαμε το φυλάκιο για συντομία, αφού αυτά που άκουγα δεν ήταν ιδιαίτερα καλά, ειδικά για τις εγκαταστάσεις και για τις συνθήκες διαβίωσης που επικρατούσαν. » Πόσο χειρότερο να είναι απ’ το τάγμα», σκέφτηκα.

Μετά από μισή ώρα διαδρομή μέσα στο βουνό με τη καναδέζα  να παλεύει με τον ανηφορικό κακοτράχαλο χωματόδρομο σπινιάροντας και πετώντας πέτρες ασταμάτητα επιτέλους φτάσαμε. Απ’ τα αριστερά του δρόμου υπήρχε μια πλαγιά γεμάτη βλάστηση και δέντρα και στα δεξιά στη φυσική συνέχεια της πλαγιάς ήταν χτισμένο το φυλάκιο. Όλο κι όλο ένα μικρό σπιτάκι με ξύλινη οροφή, για την ακρίβεια ένα δωμάτιο μαζί με μια κουζίνα. Πήδηξα απ’ το τζιπ , πήρα το λουκάνικο* και το όπλο μου, πέρασα το συρματόπλεγμα που έφραζε τα σκαλιά της εισόδου και μπήκα , γνώριμες φάτσες σε χακί φόντο με καλωσόρισαν. Ήταν ο Κώστας , ο Νίκος και ο Χριστόδουλος (ήταν γιος παπά).

Αφού μου έγινε η «ξενάγηση» στους χώρους και αφού είχα λίγο χρόνο ελεύθερο, πήγα κι άραξα στο μέρος που έμελλε να γίνει το αγαπημένο μου όσο καιρό θα καθόμουν εκεί. Ήταν ένα κιόσκι με ένα τραπέζι δίπλα απ’ το σπιτάκι. Μου άρεσε να κάθομαι εκεί και να ηρεμώ, να γράφω, να σκέφτομαι, να ακούω μουσική, αναμετρώντας με τη ματιά μου τις πλαγιές των βουνών ολόγυρα.

 

 

 

 

 

 

 

Σε κάποιο σημείο τα βουνά ξάνοιγαν λες και το έκαναν μόνο για μένα και πέρα μακριά η θάλασσα έχοντας ντυθεί τους λαμπιρισμούς των κυμάτων της, σαν έφηβη που φόρεσε τα καλά της, μου έγνεφε ασταμάτητα. Ο στίχος του  Παυλίδη «Βλέπεις τη θάλασσα μακριά, τη νοσταλγείς…» συνδέθηκε άρρηκτα μ’ αυτή την εικόνα.

Μέσα σ’ αυτό το δωμάτιο έπρεπε να συνυπάρχουμε πέντε άτομα. Τέσσερις εμείς κι ένας ο αρχιφύλακας. Δυο διπλές κουκέτες κολλημένες στους τοίχους, το κρεβάτι του καραβανά μπροστά στη μία, ένα τραπέζι, μια χαλασμένη τηλεόραση, ένα κιβώτιο με υλικά  ο οπλοβαστός των όπλων και αυτό ήταν όλο. Η κουζίνα ήταν μεσοτοιχία με το χώρο. Όσο για το μπάνιο; H ντουζιέρα με το νιπτήρα ήταν σε διαφορετικό χώρο απ’ την τουαλέτα. Τα μεν ήταν δίπλα απ’ το κιόσκι, η δε ήταν γύρω στα 50 μέτρα μακριά απ’ το φυλάκιο, που για να φτάσεις εκεί ακολουθούσες ένα μονοπατάκι και ευχόσουν όταν έφτανες να μην ήταν κατειλημμένη από κανένα φίδι ή οτιδήποτε άλλο.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Νύχτα το σκεφτόσουν διπλά να πας. Οι κοριοί και τα σαράκια ήταν στη καθημερινή ρουτίνα μας και τσακωνόντουσαν για το ποιος θα βολευτεί καλύτερα στα κρεβάτια μας. Οι κοριοί συνήθως νικούσαν, αφού τα σαράκια είχαν την εναλλακτική των ξύλων. «Και τι φυλάμε εδώ ρε Κώστα;» ρώτησα κατά τη διάρκεια της ξενάγησης , «καύσιμα» μου απάντησε αδιάφορα και μου έδειξε μια περιφραγμένη μικρή περιοχή, μέσα στην περίφραξη του φυλακίου απ’ όπου ξεπηδούσε απ’ το έδαφος μια εγκατάσταση άντλησης. Η ιδέα ότι όλη η πλαγιά ήταν σκαμμένη και ότι το φυλάκιο βρισκόταν χτισμένο πάνω σε μια τεράστια δεξαμενή καυσίμων, δε με καθησύχαζε ιδιαίτερα. Το θέαμα, αν γινόταν κάτι, θα ήταν σίγουρα πολύ φαντασμαγορικό απ’ τα Παράλια, ειδικά αν ήταν νύχτα…

Η προσαρμογή δεν ήταν δύσκολη. Οι συνθήκες ήταν εξίσου χάλια με το Τάγμα οπότε δε μου πήρε πολύ χρόνο. Επιπλέον, ρούφαγα αχόρταγα κάθε στιγμή ηρεμίας γιατί μου είχε λείψει φοβερά το να μπορείς να κάθεσαι μόνος σου για λίγη ώρα χωρίς να έχεις κανένα βλαμμένο με μερικές σαρδέλες  στο μανίκι να προσπαθεί να σου κάνει με μανία, το μυαλό πολτό. Στο Ράμπα ήμασταν αποκομμένοι απ’ τον κόσμο. Η μόνη επαφή που είχαμε με τους ανθρώπους ήταν κανένας κυνηγός ή κανένας βοσκός που θα τύχαινε να περάσει απ’ το μονοπάτι με τα πρόβατά του. Χαριστικά, ο διοικητής της Μονάδας έδινε τη δυνατότητα σε όποιον από τους «φυλακιομάχους», όπως μας έλεγαν, ήθελε να κατέβει στο κοντινό χωριό για τις ανάγκες του με τη κίνηση του μεσημεριανού και να επιστρέψει μετά από λίγες ώρες με την κίνηση του βραδυνού.

Αυτό που δε κατάφερα ποτέ να συνηθίσω όσο ήμουν εκεί ήταν οι σκοπιές του φυλακίου. Όλη τη μέρα κάναμε διάφορες εργασίες …καλά εντάξει … αράζαμε  και η υπηρεσία μας ξεκίναγε με τη δύση του Ηλίου και τελείωνε με την ανατολή του. Καθ’ όλη τη διάρκεια της νύχτας λοιπόν, ανά δυο ώρες και ανά ζευγάρια, φυλάγαμε το φυλάκιο και τη δεξαμενή. Δηλαδή, κάθε βράδυ, κάθε δυο ώρες, ξυπνάγαμε, βγάζαμε τα ρούχα του ύπνου, βάζαμε την παραλλαγή, βάζαμε τις αρβύλες, βάζαμε το τζάκετ (το πιο χρήσιμο και το πιο ζεστό ένδυμα που έχω δει) , βάζαμε την εξάρτηση, βάζαμε το αλεξίσφαιρο, βάζαμε το κράνος, παίρναμε το φακό, παίρναμε τον ασύρματο, παίρναμε το χαρτάκι με τα συνθηματικά, προσπαθούσαμε να θυμόμαστε τα συνθηματικά, παίρναμε το όπλο μας απ’ τον οπλοβαστό, υπογράφαμε στο τετράδιο του οπλοβαστού ότι πήραμε το όπλο μας, ρίχναμε δυο φορές στον αέρα για να βεβαιωθούμε ότι δεν έχει ξεμείνει βλήμα στη θαλάμη, κουμπώναμε το γεμιστήρα, βάζαμε τις τελαμώνες στις φυσιγγιοθήκες  και επιτέλους, αφού νιώθαμε λίγο πιο πολύ άντρες με τόση αρματωσιά, βγαίναμε απ’ τη θαλπωρή του δωματίου που μύριζε χνώτα και υγρασία για να αντιμετωπίσουμε τους αόρατους εχθρούς μας. Συνήθως βρίσκαμε κρύο, νύστα, παγωνιά και καμιά αλεπού. Την παραπάνω διαδικασία φυσικά την κάναμε απ’ την ανάποδη, κάθε φορά που τέλειωνε η σκοπιά.

Το μόνο που ρεαλιστικά φοβόμασταν, πέρα από φαντάσματα και στοιχειά που δημιουργούσαν η νύστα και οι σκιές ή και που μπορεί στ’ αλήθεια να υπήρχαν, ήταν να μη «σκάσει καμιά εξωτερική έφοδος», εποχούμενο περίπολο δηλαδή, με αξιωματικούς που επειδή φυσικά δεν είχαν τίποτα καλύτερο να κάνουν, έπαιρναν μπάλα φυλάκια και στρατόπεδα για να κάνουν ξαφνικούς ελέγχους. Ένα βράδυ λοιπόν, ήταν σειρά μας να φυλάξουμε, δηλαδή εμένα και του Χριστόδουλου (ναι λέμε, ήταν γιος παππά). Εγώ όπως πάντα ήμουν έτοιμος κι εκείνος όπως πάντα δε ξύπναγε. Μετά από πολλή ώρα και μετά από σχεδόν κλωτσομπουνίδια, κατάφερα να τον ξυπνήσω. Βγήκα έξω και τον περίμενα να ετοιμαστεί. Έκανε πολύ κρύο εκείνο το βράδυ. Ξαφνικά είδα φώτα στο δρόμο να πλησιάζουν. Αυτό μας έλειπε, σκέφτηκα. Όλη η σιγουριά μου ότι με τέτοια ησυχία και τέτοιο σκοτάδι θα αντιλαμβανόμασταν οποιοδήποτε όχημα από χιλιόμετρα μακρυά , κατέρρεε με χαρακτηριστική ευκολία. Απέμεινα με μάλλον χαζή έκφραση να κοιτώ τους προβολείς που όλο και μεγάλωναν. Γρήγορα κινητοποιήθηκα, κι έτρεξα να ειδοποιήσω τον άλλο και να δω σε τι κατάσταση βρισκόταν, ενώ παράλληλα προσπαθούσα να φέρω στο μπροστινό μέρος του μυαλού μου τα συνθηματικά εισόδου που θα αντάλλασσα με τον εφοδεύοντα.  Ευτυχώς ήταν σχεδόν έτοιμος, όμως δε φόραγε αρβύλες…και φυσικά δε θα προλάβαινε να τις βάλει. Στον ελάχιστο χρόνο που είχαμε, αποφασίσαμε να μείνει εκείνος στην πόρτα του δωματίου κι εγώ να κατέβω στην είσοδο για να κάνω την αναγνώριση ελπίζοντας ότι το σκοτάδι θα είναι σύμμαχός μας. Μέχρι να ξαναβγώ, ένα τζιπάκι είχε σταματήσει στην είσοδο κι ένας στρατιωτικός με στητή κορμοστασιά είχε ξεπεζέψει. Ξεκίνησα τη διαδικασία αναγνώρισης φωνάζοντας το «Αλτ !τις ει» προσπαθώντας να το παίξω όσο πιο ήρεμος μπορούσα. Πλησίασα λίγο ακόμη για να δω το πρόσωπό του. Δεν τον γνώριζα και κατάλαβα ότι δεν ήταν του στρατοπέδου μας. Αλλά παρ’ όλα αυτά όταν κοίταξα ενστικτωδώς τους βαθμούς του στον ώμο του, κατάλαβα . «Υπέροχα», σκέφτηκα, «κάνουμε αναγνώριση στον υποδιοικητή της Ταξιαρχίας της Σάμου και ο άλλος είναι λίγο πιο πίσω και απλά φοράει τις παντόφλες του». Ήμουν τρομοκρατημένος αλλά και εκνευρισμένος. Έβλεπα τη μετάθεση στην ειρηνευτική δύναμη Τεχεράνης να έρχεται. Τελικά έκανα την αναγνώριση χωρίς κανένα παρατράγουδο, «ανέμενε αναγνώριση από αρχιφύλακα»  του είπα, όπως επέβαλλε το πρωτόκολλο, και πήγα να ξυπνήσω τον καραβανά. Μετά από λίγο εκείνος βγήκε έξω και ανέλαβε την κατάσταση και ο Χριστόδουλος που μέχρι εκείνη τη στιγμή είχε κοκαλώσει απ’ το φόβο του δίπλα στη πόρτα σαν εύζωνας δίπλα στον άγνωστο στρατιώτη, κατάφερε επιτέλους να βάλει τα άρβυλά του. Από εκείνη τη νύχτα και μετά δεν υπήρξε φορά που να ξυπνήσω πρώτος…

Μια μέρα κατέφθασε στο φυλάκιο ο Λοχαγός μας απ’ το τάγμα. Μέσα στην πεντακάθαρη στολή του, τις γυαλισμένες αρβύλες του και τα γυαλιά ηλίου του που κράταγαν απρόσβλητα τα σοβαρά του μάτια απ’ τα ταπεινά μας βλέμματα, επιθεωρούσε αγέρωχος τις πρωινές καθαριότητες του φυλακίου Ραμπαϊδόνι. Μετά από λίγο μας μάζεψε όλους και μετά από μερικά «είμαστε περήφανοι για σας εδώ πάνω», «δε σας ξεχνάμε», » ό,τι χρειαστείτε, ζητήστε το μας», «να προσέχετε», μας ανακοίνωσε ότι έχουμε 5 μέρες για να κλαδέψουμε όλα τα δέντρα και τη βλάστηση πέριξ του φυλακίου με μοναδικό μας εργαλείο ένα πριονάκι περίπου 30 εκατοστών. «Ο τύπος κάνει πλάκα», σκέφτηκα. Το ίδιο σκέφτηκαν κι οι υπόλοιποι αν κρίνω απ’ τα βλέμματά τους. Όμως εκείνος δε γέλασε ποτέ. Για καλή μας τύχη είχε έρθει στο φυλάκιο εκείνες τις μέρες ένας ψηλόλιγνος Ικαριώτης που πήρε προσωπικά το θέμα και σαν ακούραστο κατσίκι πήδαγε από δέντρο σε δέντρο κλαδεύοντας ασταμάτητα. Εμείς αγκομαχώντας τον βοηθούσαμε όπως μπορούσαμε. Ο τύπος δε κουραζόταν ποτέ και κάθε μέρα που τελείωνε το πριόνισμα μάζευε διάφορα φυλλαράκια κι έφτιαχνε αφεψήματα. Σιγά σιγά άρχισε να μαζεύεται ένας τεράστιος όγκος από κομμένα κλαδιά, που αργότερα ο Ελληνικός στρατός, στα πλαίσια της βαθιάς οικολογικής συνείδησης που τον διακρίνει, θα μας διέταζε απλά να τα κάψουμε. Μετά από πέντε μέρες που ο Λοχαγός μας επέστρεψε να επιθεωρήσει τα έργα, οι καθρέπτες των Rayban του δε μπόρεσαν να κρύψουν την έκπληξή του, όταν αντίκρισε την καραφλή πλαγιά γύρω απ’ το φυλάκιο, ενώ το χέρι του κράταγε σφιχτά τη λαβή από ένα σπασμένο πριονάκι…

Κάπως έτσι πέρναγαν οι μέρες μας εκεί ψηλά στο βουνό. Είχα επιλέξει να μη σβήνω τις μέρες που πέρναγαν όσο ήμουν εκεί. Ήθελα να αφομοιώσω και να αφομοιωθώ από τη φύση γύρω μου, όσο το δυνατόν περισσότερο. Ήθελα να αναπτύξω την ψευδαίσθηση ότι βρισκόμουν σε μια άχρονη κατάσταση χωρίς αρχή μέση και τέλος. Ήθελα να νιώθω ότι είμαι κι εγώ κομμάτι του βουνού, ένα στοιχειό του κι ότι ζω εκεί αιώνες.  Ήθελα να σπάω τις χακί αλυσίδες που με κράταγαν στην πραγματικότητα και να καλημερίζω κάθε πρωί τον Ήλιο, τα βουνά και τα ζώα. Ήθελα να νιώθω ότι είμαι ασκητής και ότι όλο μου το βιος είναι ένα ξύλινο καλύβι στην κορυφή ενός βουνού με ένα τζάκι στη γωνιά, και κάθε βράδυ να περιμένω στωικά, τον ίδιο το Θεό να περάσει το κατώφλι μου, να κάτσει κοντά μου κι έτσι σκυφτοί κι αμίλητοι να καπνίσουμε στις πίπες μας το λιγοστό καπνό μου.

Πολλή φαντασία, ομολογουμένως.

Τώρα πια όταν σκέφτομαι το Ράμπα, μια εικόνα μου έρχεται κατευθείαν στο μυαλό. Να έχω κουρνιάσει στη σκοπιά μου και σιγά σιγά να ξημερώνει, να σιγοπίνω ζεστό καφέ, ενώ το παγωμένο μέταλλο του όπλου να με κάνει να ριγώ. Ο κόσμος να παίρνει το πρώτο θάμπος της μέρας και τα λαίμαργα μάτια μου να απολαμβάνουν το τοπίο. Με το ένα μου αυτί να ακούω όλη τη πλάση να ξυπνά και με το άλλο, στα κρυφά όπως πάντα, να ακούω στο ακουστικό μου αυτό :

Advertisements

About Jonathan Livingston

when all is one an one is all, to be a rock an not to roll... Jonathan Livingston@twitter : http://goo.gl/iQnmH
This entry was posted in Τα δικά μας κείμενα. and tagged . Bookmark the permalink.

4 απαντήσεις στο Σάμος,Φυλάκιο Ραμπαϊδόνι…|του Jonathan Livingston.

  1. Ο/Η anatatat λέει:

    πόσο περιγραφικός πια?? πόσο?!! τα ‘είδα’ όλα καθώς το διάβαζα…οι εικόνες όμορφες, αλλά τις πρόλαβες με τις περιγραφές σου.
    Για τις άγνωστες λέξεις πού να απευθυνθούμε?

  2. Ο/Η Jonathan Livingston λέει:

    Πουθενά… έτσι κι αλλιώς είναι μια ορολογία μιας εντελώς μάταιης και άχρηστης διαδικασίας…

  3. Ο/Η Gil-galad λέει:

    Ο Αρχιφύλακας πόσες ώρες ροχάλιζε δε μας είπες… Χμ, να θυμηθώ να φέρω την πίπα μου μετά τις καθαριότητες τότε…

  4. Ο/Η sotis λέει:

    Ετσι ειναι φιλε μου οπωσ τα εγραψεσ.ημουν και γω στο φυλακιο.287 σειρα

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s