Λυκαβηττός, Παρθενώνας, έρωτας και άγιος ο Θεός | Architmare

Ακούστε το διαβάζοντας το κείμενο… Έκλεισα τα εισιτήρια για Ελλάδα και συγκεκριμένα για Αθήνα. Είναι κάτι που κάνω ανελλιπώς εδώ και πέντε χρόνια πριν τα Χριστούγεννα. Μια πράξη που μοιάζει ρουτίνα, αλλά κρύβει μέσα της μια παιδική ψυχή που ανυπομονεί να σκίσει το περιτύλιγμα και να αντικρίσει το δώρο. Κάθε χρόνο, η πιο γλυκιά προσγείωση στο αεροδρόμιο της Αθήνας, να με καλωσορίζουν τα χριστουγεννιάτικα τραγούδια, που όσο προβλέψιμα και κιτς κι αν είναι, με προδιαθέτουν ευχάριστα για τις γιορτές. Ο στολισμός, κι αυτός υπερβολικός, ταιριάζει με την ιδιοσυγκρασία μας. Είμαστε υπερβολικοί, φλύαροι και θέλουμε φωτάκια και στρας. Έχουμε κρίση, αλλά το φωτάκι δε λείπει ποτέ  από το γιορτινό τραπέζι. Αυτό ξέρετε, βοηθάει την ψυχολογία. Ίσως γι’ αυτό εμείς οι Έλληνες αγαπάμε τον τόπο μας. Γιατί πέρα από τα όμορφα καλοκαίρια, ξέρουμε να γιορτάζουμε όλες τις γιορτές, ακόμη και τις πιο ασήμαντες. Και νιώθω ελεύθερη, τώρα που στα 24 μου συμφιλιώθηκα με αυτό και δε νιώθω πως έχουμε να ζηλέψουμε κάτι από την αισθητική των Ευρωπαίων.

Η πρώτη καθιερωμένη βόλτα είναι το κέντρο. Στολισμένο και φωτεινό, πάντα με κίνηση, με ψεύτικους αγιοβασίληδες, καραμέλες, σοκολάτες, μυρωδιές, μαγαζιά ανοιχτά, κομπογιαννίτες, το πρωτοχρονιάτικο λαϊκό, το μπουζουκάκι στην Ερμού που περιμένει κανά ευρώ και το ακορντεόν πιο κάτω στην Καπνικαρέα. Γλυκιά ζαλάδα και το βήμα γοργό να φτάσω επιτέλους στον προορισμό μου.

Μοναστηράκι. Κάθομαι και χαζεύω τον κόσμο. Μια μικρή λαϊκή μπροστά από το σταθμό, ζευγάρια αγκαλιασμένα και παρέες αθυρόστομες που γελούν και φωνάζουν· είναι χαρούμενοι, δε τους ρίχνουν πάντα τα προβλήματα. Ένα σουβλάκι στο χέρι -πάντα στο Μοναστηράκι-  και οι φωνές, μπαίνοντας προς Πλάκα, από τους ταβερνιάρηδες που απευθύνονται στον κόσμο. Ανάβω τσιγάρο -δεν καπνίζω συνήθως αλλά η Αθήνα το σηκώνει- και πάω προς Πλάκα. Είμαι ευτυχισμένη. Φωτισμένη η αρχαία Αγορά με καλωσορίζει στην ιστορία του κόσμου και το ρολόι των Αέρηδων με πηγαίνει πίσω στο χρόνο. Η Αθήνα θα με ταξιδεύει πάντοτε σ’ αυτόν. Υψώνω το βλέμμα και βλέπω φωτισμένη την Ακρόπολη. Οι σκιές από τα φώτα πάνω στον σκαλισμένο βράχο με κάνουν να φτιάχνω εικόνες φανταστικές στο μυαλό μου, όπως τα σύννεφα του ουρανού και τα κυματάκια στο νερό. Όμορφο βάθρο που στηρίζει τον Παρθενώνα  -πόσες σκέψεις έρχονται στο μυαλό μου και δε προλαβαίνω να γράψω. Βιάζομαι να σας μιλήσω για τις νύχτες εκείνες στα ‘’βραχάκια’’ κάτω από την Ακρόπολη. Με κιθάρα και μπύρες τη βγάζαμε κι ήμαστε ευτυχισμένοι. Ούτε λεφτά, ούτε πολυλογίες. Λυκαβηττός, Παρθενώνας, έρωτας και άγιος ο Θεός. Να περπατάμε στα πλακόστρωτα, από το Ηρώδειο σε όλη την Αρεοπαγίτου και να γελάμε από ευτυχία· ανεξήγητη, μα πάντα εκεί.

Πάω προς τα σκαλάκια στα Αναφιώτικα. Τα στόλισαν κι αυτά με τα μικρά φωτάκια να ζεστάνουν τα πιο γλυκά ουζερί. Πίνω δύο ποτηράκια κρασί και συνεχίζω τη βόλτα, λίγο ζαλισμένη γιατί με χτυπάει κι εύκολα. Χάνομαι στα στενά, ανεβοκατεβαίνω τα σκαλιά, περνάω από τον Ραγκαβά, κάνω μια στάση να μιλήσω και ξαναγυρίζω στην Αρεοπαγίτου. Έλεγα να πάω Κολωνάκι με μετρό, αλλά θα πάω με τα πόδια να χαζέψω κι άλλο. Σύνταγμα. Βουλή. Συναίσθημα ανάμικτο. Το κτήριο χτισμένο να φιλοξενήσει τα ανάκτορα του Όθωνα, ξένος κι αυτός. Από το 1821 μας κυβερνούσαν ξένοι. Ευρωπαίοι ειδήμονες που ήθελαν πάντα να μας σώσουν. Λυπάμαι τα φανταράκια που αλλάζουν φρουρά μες στο κρύο· τους πειράζω λίγο -από μικρή το έκανα-, προσέχοντας πάντα μη τους τσαντίσω πολύ και φεύγω.

Ανεβαίνω Κολωνάκι περνώντας από τη Βουκουρεστίου. Θυμάμαι τη μαμά μου. Πάντα περνούσαμε από κει πηγαίνοντας προς το μάθημα πιάνου στο Ελληνικό Ωδείο και μου έδειχνε τα μαγαζιά τα πανάκριβα, λέγοντας μου »από εδώ να πάρεις τις βέρες σου». Φοβόταν μην μείνω στο ράφι, μάλλον, γι’ αυτό με γιόρταζε από μικρή δεκαπενταύγουστο αντί για 21 Νοεμβρίου. Κάνω μια στάση στην πλατεία, περνάω από τα καφέ, συναντάω διάσημους πολιτικούς ανελλειπώς μαζεμένους εκεί –δείγμα υψηλής κοινωνίας- και με χαλασμένη αισθητική κάνω μεταβολή για Εξάρχεια. Νιώθω πλέον πιο οικεία. Μπαίνω σε 3-4 μπαρ, βρίσκω φίλους να μιλήσω. Φίλους από την εφηβεία, τα τρυφερά, ταραγμένα μου χρόνια. Στα Εξάρχεια μπορείς να είσαι ο εαυτός σου. Ντυμένος όπως θες, κανείς δε σε παρεξηγεί. Βλέπω τα πάντα, κάθε λογής άνθρωπο. Ηρεμώ, μα φοβάμαι και μη γίνει καμιά φασαρία. Από μικρή το φοβόμουν, αλλά είχα πάντα δίπλα μου μια γενναία μου φίλη να με ηρεμεί, αποπροσανατολίζοντάς με από τις φωτιές στους κάδους με τις μακρόσυρτες συζητήσεις της και με τις μπερδεμένες σκέψεις της.

Συγκινούμαι και παίρνω το τρένο για Πειραιά για να γυρίσω σπίτι. Περνάω από το »καφέ» -ξέρετε οι Πειραιώτες για ποιο μιλώ-, τραγουδάω και χορεύω. Τώρα είμαι εντάξει, μπορώ να πάω για ύπνο. Θα ξυπνήσω το πρωί και θα επιστρέψω στο »καφέ» για ζεστή σοκολάτα και να βρω τους φίλους μου. Ακόμη κι αν δε τους πάρω τηλέφωνο, όλο και κάποιος θα είναι εκεί να πιάσω κουβέντα. Μετά μαζεύονται όλοι. Κανονίζουμε πάρτυ για την Πρωτοχρονιά και μέσα στη βαβούρα νιώθω ζωντανή και άνθρωπος ελεύθερος.

Λυπάμαι, αλλά στην Ευρώπη δεν το έχει αυτό το καφέ. Ούτε την Πλάκα, ούτε τον Παρθενώνα. Πουθενά δε θα είναι το ίδιο. Μη ζηλεύετε, απλώς είμαστε από την Ελλάδα. Και αντί για ηττοπάθεια, θα σας βολτάρω σε εκείνες τις όμορφες πτυχές της Αθήνας κι όχι στην βρώμα και την κρίση της.

Δε σας κάνω την χάρη. Γιατί είμαι ελεύθερη να βλέπω όλες τις πλευρές…

 

Advertisements
This entry was posted in Τα δικά μας κείμενα. and tagged . Bookmark the permalink.

7 Responses to Λυκαβηττός, Παρθενώνας, έρωτας και άγιος ο Θεός | Architmare

  1. Ο/Η Mina Galan λέει:

    Μαγικό, ειδικά με την μουσική υπόκρουση.. Και αγαπάμε Καφέ 😀

  2. Ο/Η Belinda λέει:

    Μ’έκανες να μελαγχολήσω που δεν θα είμαι εκεί.. μου έφερες αναμνήσεις από τους ανθρώπους που μου λείπουν περισσότερο..

  3. Ο/Η architmare λέει:

    να μην μελαγχολείς και να σκέφτεσαι θετικά και να κάνεις σχέδια και όνειρα για όταν θα πλησιάζει ο καιρός που θα είσαι εκεί…όλα τα ωραία κρατάνε λίγο κι αυτό είναι γοητεία …

  4. Ο/Η Konstantinos λέει:

    Για μία ακόμη φορά με έκανες να δακρύσω και να νοσταλγήσω όλα τα ωραία που έχουμε στην Ελλαδίτσα μας! Μπορεί να μην είμαι από Αθήνα, αλλά και στην Θεσσαλονίκη όταν γυρνάω και κάνω μια βόλτα στο κέντρο και την παραλιακή, οι ίδιες ακριβώς αναμνήσεις μου έρχονται στο μυαλό! Μια βόλτα στα λαδάδικα με κάνει να θυμάμαι όλα όσα έχω ακούσει από μεγαλύτερους για τις όμορφες στιγμές που ζήσανε και όλα όσα έζησα στην μέχρι τώρα ζωή μου. Μια βόλτα στην Καμάρα με κάνει να θυμάμαι όλες τις συναντήσεις με παιδικούς μου φίλους, έρωτες, γνωστούς και συγγενείς. Μια βόλτα στο Κάστρο με κάνει να θυμάμαι όλα τα υπέροχα καλοκαίρια με την πανέμορφη θέα του Θερμαϊκού με τα καραβάκια να είναι ανοιχτά προσδεμένα. Για μία ακόμη φορά να σε ευχαριστήσω για τις όμορφες αναμνήσεις που μου έφερες στο μυαλό και για το υπέροχο άρθρο σου που μόνο αγνά συναισθήματα βγάζει.

  5. Ο/Η architmare λέει:

    Εγώ σε ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια.. είμαι από τον Πειραιά αλλά φέτος αγάπησα και τη Θεσσαλονίκη γιατί είναι πανέμορφη και έχει όμορφους ανθρώπους…

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s