Μεταφυσικό | του Jonathan Livingston

IMG_0409

Ο κινητήρας του λευκού σεντάν μούγκριζε σαν σκύλος απ’ την κόλαση διαλύοντας τη νυχτερινή γαλήνη του επαρχιακού δρόμου. Οι προβολείς  κατάπιναν λαίμαργα το κάθε μέτρο της ασφάλτου. Νύχτα ζεστή, καλοκαιριού. Τα παράθυρα κατεβασμένα και η μουσική δυνατά. Στα χωράφια που αναπαύονταν ξεχύνονταν σκληρές μελωδίες μιας ηλεκτρικής κιθάρας. Είχε το πόδι του κολλημένο στο γκάζι και η βελόνα του κοντέρ ήταν καρφωμένη πάνω απ’ τα 130.

Σε λίγο θα έμπαινε στη μεγάλη ευθεία, μια ευθεία που είχε όλο το χώρο και το χρόνο κάθε φορά να τα δίνει όλα για όλα και που στο τέλος της στένευε και τα πρώτα σπίτια άρχιζαν να φαίνονται. «Σήμερα θα κάνω την υπέρβαση» σκέφτηκε, «θα πιάσω τα 190, μπορεί και τα 200, δεν έχω τίποτα να φοβάμαι, αν δω ότι δε με παίρνει θα πέσω στα φρένα και αυτό είναι όλο». Ήταν εντελώς νηφάλιος, εντελώς μόνος στο αυτοκίνητο και εντελώς σίγουρος για τις ικανότητές του.

Επιτέλους η ευθεία φάνηκε στο βάθος, τα φώτα απ’ τα σπίτια σα φαναράκια από βαρκούλες που ταξιδεύουν στο νυχτερινό θόλο, τον καλούσαν να πάει όσο πιο γρήγορα μπορεί κοντά τους. Κατέβασε σε 4η για να ανεβάσει τις στροφές της μηχανής και μετά κατευθείαν κάρφωσε τη 5η. Το αυτοκίνητο ξεχύθηκε μπροστά και το τέρας κάτω απ’ το καπό άρχισε να ουρλιάζει λυσσασμένα.

Η βελόνα στο κοντέρ ανέβαινε, κι όσο ανέβαινε, όλο το όχημα έτριζε σύγκορμο. 140…150…

Λίγο μετά τα 160 το τέρας άρχισε να μπουκώνει και να μη μπορεί το ίδιο εύκολα να δώσει άλλη ισχύ, ενώ το τέλος της ευθείας που στένευε και η στροφή που ακολουθούσε πλησίαζαν απειλητικά. Για μια στιγμή ή μια αιωνιότητα έμεινε αναποφάσιστος να κοιτάζει το κοντέρ. Τελικά αποφάσισε να πέσει στα φρένα.

Όμως το φρεάτιο της αποχέτευσης στο οποίο έσκασε η μπροστινή του ρόδα με ταχύτητα 150 χιλιομέτρων ήταν κάτι παραπάνω από αρκετό για να χάσει εντελώς τον έλεγχο. Στο χρόνο που ξαφνικά μπήκε σε αργή κίνηση, θυμήθηκε την έρημη τη μάνα του να τον μαλώνει παιδί, που πάλι είχε γυρίσει  σπίτι με ματωμένα γόνατα.

O πιο ανατριχιαστικός ήχος που υπάρχει σ’ αυτόν τον κόσμο είναι το απελπισμένο και μάταιο φρενάρισμα αυτοκινήτου. Είναι σαν κραυγή δαίμονα που δηλώνει το αναπόφευκτο. Το άσπρο σεντάν βγήκε από το δρόμο και καρφώθηκε με εκκωφαντικό κρότο πάνω σε μια θλιμμένη  ελιά, που φυτρωμένη εκεί περίμενε καρτερικά αιώνες να διατελέσει το μακάβριο έργο που η μοίρα την είχε διατάξει.

Λίγες στιγμές μετά, σήκωσε το κεφάλι του απ’ το σμπαραλιασμένο τιμόνι και βγήκε εύκολα απ’ τα συντρίμμια. Κοίταξε τα ρούχα του, τα χέρια του, το σώμα του και ήταν όλα ανέπαφα. «Άγιο είχα» σκέφτηκε. Κάθισε σε μια πέτρα λίγο πιο κει για να συνέλθει.

Οι πρώτοι κάτοικοι έτρεχαν μουδιασμένοι προς το συμβάν. Τότε, κοιτάζοντας μέσα στα συντρίμμια σα να διέκρινε μια αντρική φιγούρα. «Δε μπορεί», είπε, «εκεί μέσα ήμουν μόνος μου, λάθος θα κάνω».

Έβλεπε τους ανθρώπους να προσπαθούν απεγνωσμένα να ανοίξουν ό,τι είχε απομείνει απ’ την πόρτα του οδηγού και δεν καταλάβαινε το γιατί. Σηκώθηκε απ’ την πέτρα για να πάει προς το μέρος τους και να τους πει ότι είναι μια χαρά, όταν απ’ τη μεγάλη ευθεία, εμφανίστηκε ένας γεράκος με λευκό κουστουμάκι, με λευκό καπελάκι εποχής, πάνω σε ένα λευκό παλιό ποδήλατο. Τον πλησίασε, κατέβηκε απ’ το ποδήλατο, στάθηκε δίπλα του και του χαμογέλασε.

«Η αλήθεια είναι πως ήταν κάπως νωρίς παιδί μου». Η χροιά του ήταν απαλή και η μορφή του πράα,  ενώ ανέδυε ένα άρωμα από λουλούδια. «Νωρίς για ποιο πράγμα παππού, ποιος είσαι; »

«Ω , το ποιος είμαι και το ποιος είσαι έχουμε όλο τον καιρό μπροστά μας να το συζητήσουμε και τίποτα πια δε μας βιάζει», του απάντησε κι έμεινε να κοιτάζει τα συντρίμμια. «Ας πούμε ότι έρχομαι από κάπου μακρυά».

Κοίταξε όλο απορία τον γέροντα και ξάφνου, κάτι τον συγκλόνισε «παππού μη μου πεις πως εγώ…»   κόμπιασε. «Ναι παιδί μου, αυτό ακριβώς» του απάντησε καλοσυνάτα.

Σοκαρίστηκε και τα λόγια δε βγαίναν. Ένιωθε εντελώς άδειος και στη θέση όλων αυτών των συναισθημάτων που θα έπρεπε να τον συγκλόνιζαν, κάτω απ’ το βάρος μιας τέτοιας συνειδητοποίησης, εκείνος ένιωθε απλά μια απέραντη γαλήνη. 

Έμειναν και οι δυο  πλάι πλάι να κοιτούν σιωπηλοί τη σκηνή του τροχαίου, τους ανθρώπους να παλεύουν και να αγωνιούν γύρω απ’ την γεμάτη σίδερα και πλαστικά άμορφη μάζα. Όσο οι στιγμές περνούσαν, οι ήχοι απ’ τις φωνές των ανθρώπων έρχονταν όλο και πιο απόμακροι και σιγανοί στα αυτιά του, ήταν λες και κάποιος είχε πάρει το χειριστήριο μιας  τηλεόρασης και λίγο πριν πέσουν οι τίτλοι τέλους, χαμήλωνε σταδιακά την ένταση της ταινίας…

Στο τέλος ακούγονταν μόνο οι ανάσες τους. Το μάτι του έπεσε στη θέση του οδηγού, τώρα από εκεί που στέκονταν, διέκρινε το προφίλ ενός ανθρώπου. Του θύμιζε κάποιον αλλά δε μπορούσε να θυμηθεί ποιον. Πλέον δε μπορούσε να θυμηθεί τίποτα. Ούτε το όνομά του ούτε το ποιος ήταν. Το μόνο που θυμόταν ήταν αυτός ο σεβάσμιος γέροντας δίπλα του, το άρωμά του και το ποδήλατό του. Όμως δεν ήξερε το όνομά του. Γύρισε και τον κοίταξε «παππού πώς σε λένε;». Ο παππούλης ξαφνιάστηκε κι αμέσως τον έπιασαν γέλια που τράνταξαν ολόκληρο το γέρικο κορμί του ενώ το άσπρο καπελάκι παραλίγο να του πέσει απ το κεφάλι.

«Δεν έχω όνομα παιδί μου, αλλά θαρρώ πως με μια μόνο λέξη μπορείς να αποκαλέσεις και εμένα και εσένα και όλη την πλάση. Θεό με λένε παιδί μου κι εσένα Θεό σε λένε κι εκείνη εκεί την γριά Ελιά, Θεό την λένε».

Κοίταζε το σκαμμένο απ’ τις ρυτίδες πρόσωπο και ήθελε τόσα πράγματα να τον ρωτήσει.

«Όμως παιδί μου πρέπει φύγουμε, έχουμε δρόμο μπροστά μας και τόσα πολλά να πούμε» είπε ο γέροντας και τον χτύπησε στοργικά στη πλάτη, ενώ απ’ το μανίκι του έπεσαν δυο λευκά ροδοπέταλα που πέφτοντας, μεταμορφώθηκαν σε πουλάκια και χάθηκαν στον ουρανό.

αφιερωμένο.

About Jonathan Livingston

when all is one an one is all, to be a rock an not to roll... Jonathan Livingston@twitter : http://goo.gl/iQnmH
This entry was posted in Τα δικά μας κείμενα. and tagged . Bookmark the permalink.

2 Responses to Μεταφυσικό | του Jonathan Livingston

  1. Ο/Η Ανώνυμος λέει:

    Συναρπαστική γραφή Jonathan,μπραβο!!!

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s