Εντός αοράτου φάσματος…|του Gil-galad

SGU-Antares-060730-STL-135mmf5p6-L6x10m-R7x10m-V6x10m-B6x10m-V5-S-cp

Τον τελευταίο καιρό όλα έχουν ανατραπεί. Γνώρισα πολλά φαντάσματα… Τόσα που στο τέλος σταμάτησα να τα ρωτάω από που έρχονται και τι αναζητούν. Φαντάσματα μέρα-νύχτα μπροστά μου που άρχισαν και για μένα να γίνονται αόρατα. Που άρχισαν κι εμένα να κουράζουν. Τώρα τι; Μετά από τόσα φαντάσματα έγινα κι εγώ ένα από αυτά. Αδιάφορα κυλάω κάτω από χτυπήματα ροπάλων σε δρόμους της φωτιάς, αδιάφορα σωπαίνω μέσα σε ταραγμένες νύχτες, αδιάφορα κοιτάζω πληγές ανοιχτές, αδιάφορα σκέφτομαι ότι ζητάω μόνο να φύγω… Έτσι έμεινα μια ακαθόριστη μορφή αδιευκρίνιστης σύστασης και συνοχής, που προχωράει μπροστά μα πάντα φτάνει πίσω. Σε μια στάση μου ένα από αυτά  με σταμάτησε. Με ρώτησε τι μου συμβαίνει και έδειχνε να απορεί. Ήμουν τόσο χαμένος στις σκέψεις μου που αδυνατούσα να αναγνωρίσω ένα τόσο οικείο πρόσωπο. Όταν συνήλθα από την έκπληξη αυτή είδα μπροστά μου μια φίλη (;) που από καιρό τώρα είχαμε χαθεί. Με μια κοινή πορεία λοιπόν δυο φαντάσματα παρέα ξεκίνησαν να διασχίζουν τον κόσμο που τους ανήκει. Αυτόν της νύχτας μέσα σε μια πόλη που πασχίζει να μην κοιμηθεί…

Και τα φαντάσματα στους δρόμους πληθαίνουν…

Υιοθέτησα λόγια και πράξεις και ιδέες και συναισθήματα ανθρώπων που δεν είμαι και ούτε θα γίνω. Έψαξα την αλήθεια σε σβησμένες επιγραφές τοίχων άλλης εποχής. Έψαξα το νόημα πίσω, κάτω, κάπου κρυφά και μετά… Μετά έλαβα μονάχα μια απάντηση. Όπου και να πας, σε μέρος, σε φίλο, σε αγάπη, σε ψυχή, σε παιχνίδι, σε γιορτή, στη ζωή, παντού ακούς «Έχεις εισιτήριο;»

Όταν κάποτε αποφάσισα ότι κανείς πια δε θα μου ζητήσει κάτι τέτοιο κατάφερα να δω πιο καθαρά. Ένιωσα λίγο στο πετσί μου επαναστάσεις και αίματα καυτά… Χτύπαγα στον τοίχο μέχρι που όλες οι ρωγμές που μου χάραζε κάθε κρούση δεν ήταν ικανές να με διαλύσουν… Λες και όταν ενώνονταν για να μεγαλώσουν ήταν μόνο ένα ανεπαίσθητο στρώμα που με κάλυπτε και σαν πουκάμισο το αφαιρούσα για να παρουσιαστεί μια πιο σκληρή επιφάνεια. Κι ύστερα ήρθαν οι μέλισσες…

Ο τρόπος για να νικήσεις κάποιον που δε λυγίζει είναι να τον κάνεις αδιάφορο. Στα μάτια των θαυμαστών του και στα δικά του επίσης. Εκεί τον νίκησες. Εκεί θα αναζητά τη ζωή σε μέρη που ποτέ πριν δε θα τόλμαγε να πάει. Τον κάνεις να ψάχνει στο πιο βαθύ πηγάδι που πέταγε μέσα του τα κουφάρια των σκιών που νικούσε… Τον στέλνεις εκεί και ο αδιάφορος, ψάχνοντας να φέρει ξανά, να αισθάνεται πάλι ζωντανός και δυνατός ντύνεται με λεοντές και τομάρια των ηττημένων από αυτόν θηρίων. Το σκοτάδι είναι εκεί πια, επικυρίαρχο.

Κοιτάζω έξω και χαράζει… Το αύριο έγινε πάλι χτες. Πάλι ξοδεύτηκα σε κάποιου άλλου την κόλαση. Πάλι μεγάλωσα τη δικιά μου λες και μετά μανίας επιδιώκω να την κάνω τόση ώστε να έχω τη δικαιολογία ότι εκεί θα μπω και θα μείνω αφού δεν υπάρχει πια αλλού μέρος να σταθώ. Δεν είμαι πια μέτρο, ρυθμός, φωτιά… Μόνο αυτή η ακαθόριστη μαύρη μάζα που με εγκολπώνει για να αποκτήσει ύπαρξη. Ένας ξενιστής έγινα.

Το φάντασμα που συνάντησα μου πε πως φοβάται μήπως τελικά δεν καταφέρει να ξεφύγει από το συρφετό χιλιάδων τακουνιών… Μου θύμισε φόβους που είχα ξανακούσει, τους φόβους της εικόνας και της προσπάθειας να ενδώσεις σε αυτούς προκειμένου να αποδείξεις την ανούσια τους ύπαρξη. Το μυαλό μας παίζει διαρκώς παιχνίδια όταν του δίνεις τη δυνατότητα να δημιουργήσει χώρους προς ανακάλυψη. Κι όταν πληρώσεις το τίμημα αυτού και δεις πως ήταν από χαρτί είσαι μόνος σου και σε κάθε σκιά, σε κάθε πλάτη, σε κάθε γέλιο και βήμα αναζητάς αυτά που είχες και έχασες παντοτινά. Τα σχέδια που ήθελες να κάνεις στο μέλλον… Είναι κρίμα που δεν τόλμησες να γυρίσεις τη σελίδα σ’ αυτά τα σχέδια και να διαπιστώσεις ότι τα πράγματα που θες να κάνεις και να ζήσεις τα ζεις κάθε μέρα κι είναι όλα εκείνα που σε έκαναν να γυρίσεις το κεφάλι και να δεις πως δίπλα σου υπάρχει κάποιος, τόπος, άνθρωπος, φίλος, κάποια αγάπη, κάποια ψυχή, κάτι που κάνει τα μάτια σου να καίγονται και το είναι σου να γεννά και να κοπάζει κατά το δοκούν θύελλες.

Τον καιρό που ως γκρίζα σκιά περνούσα ανάμεσα στα φαντάσματα, όπου κι αν βρέθηκα, σκεφτόμουν τι θα φέρει το αύριο, ποιές συνέπειες είχαν οι πράξεις και τα λόγια μου, πόσο ταρακουνούσαν σε κάποιο άλλο μέρος του πλανήτη το μέσα κάποιου περπατητή. Τώρα όμως, που αποφάσισα να μετρήσω τις δυνάμεις μου με κάτι πιο κακό απ’ όσο μπορούσα να φανταστώ, τώρα που τα ‘βαλα με εκείνη την πάντοτε παρούσα δίνη που ρουφάει τον κόσμο στέλνοντάς τους όλους σε άλλα μέρη, τώρα έχασα το γκρίζο μου, το όμορφό μου χρώμα κι έγινα τ’ άλλο γκρι, εκείνο το ανεξέλεγκτο που παγιδεύει τα μάτια και φυτεύει σπόρους από ζιζάνια στις ψυχές.

Εύκολα περπατάς προς τις περιπέτειες και τις περιπλανήσεις και δε γίνεσαι ακόμα ένα τούβλο στον τοίχο, όταν τ’ αναζητάς όλα αυτά στις προσπάθειες των άλλων. Εύκολα ζεις το θάνατο μοιράζοντάς τον με τα χείλη σου αφού πρώτα γευτείς κι εσύ λιγάκι… Μένεις με τα μέτρα, στις μετρημένες στιγμές που αναζητάς να μην έχεις μέτρο και με τις μετρίως περιορισμένες μετριότητες που σε κυνηγούν σα γύπες, προσμένοντας το μέτριό σου να καταναλώσουν για να μετριάσουν την πείνα τους.

Χιλιάδες χρόνια διαβαίνω σε κόσμους που κύκλους κάνουν για να επαναλάβουν κάθε φορά τα λάθη που τους καταστρέφουν. Ο ήλιος των κόσμων αυτών γέρασε και δε μπορεί πια να ανέβει ψηλά στον ορίζοντα. Τα φεγγάρια τους πια δείχνουν πεθαμένα, μια φλούδα λεπτή, φωτισμένη από ένα απόκοσμο φως. Ετερόφωτοι άνθρωποι που κινούνται στις παρυφές των ζωών μας και μας προσφέρουν την ψευδαίσθηση του φωτός. Σιγά-σιγά φοβάμαι μήπως μέσα απ’ τις τρύπες των σπιτιών τους τα ανθρωπόμορφα τέρατα αρχίσουν να πολλαπλασιάζονται και να βγαίνουν στην επιφάνεια με μόνο σκοπό να «καταναλώνουν» άλλους ανθρώπους. Πόσοι ακόμα άραγε; Πόσοι θάνατοι τόπων, κορμιών, ψυχών, ερώτων, ιδεών, ζωών είναι αρκετοί σαν αριθμός για να γίνεις κι εσύ ένα φάντασμα; Γιατί τέρας δε νομίζω να μπορέσεις να γίνεις. Εγώ τουλάχιστον προσπάθησα, μάταια… Πόσους θανάτους θα επιδιώκεις ακόμα να ζήσεις ντυμένους με κορδέλες και φτιασίδια ζωής; Πόσο ακόμη με χαμόγελο θα σκοτώνεις κάθε ζωντανό πράγμα γύρω σου μόνο και μόνο γιατί τρελαίνεσαι στην ιδέα της ανεύρεσης αυτού που θα σε κάνει να αυτοπροσδιοριστείς; Πόσο ακόμα θα σκοτώνω κι εγώ ό,τι καταφέρνει να επιβιώσει με τη ματιά της συμπόνιας και της συγκατάνευσης;

Σα φάντασμα πια χαιρετώ και περιμένω το κάλεσμα που τη νύχτα θα με σηκώσει για να διασχίσω τους δρόμους ξανά. Ξέρω ότι και σήμερα θα με ξυπνήσει. Το μόνο που ζωντανούς μας κρατάει είναι η μυρωδιά του γιασεμιού και του νυχτολούλουδου όσο μέσα μου ηχεί το Βάλς των χαμένων ονείρων…

Βουλιάζω και χάνομαι… Από τότε περάσανε χρόνια, κυλήσαν νερά… Αφού λοιπόν ξεχάστηκα… Θα με βρεις; Θα σε βρω;

Advertisements

About Gil-galad

"Gil-galad was an Elven-king. Of him the harpers sadly sing: The last whose realm was fair and free Between the mountains and the sea. His sword was long, his lance was keen. His shining helm afar was seen. The countless stars of heaven's field Were mirrored in his silver shield. But long ago he rode away, And where he dwelleth none can say. For into darkness fell his star; In Mordor, where the shadows are.
This entry was posted in Τα δικά μας κείμενα. and tagged , , , , , , . Bookmark the permalink.

One Response to Εντός αοράτου φάσματος…|του Gil-galad

  1. Ο/Η Tυ. λέει:

    Aν καίει ακόμα η φωτιά..

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s