Εννέα βήματα κι ένας τοίχος.. |της Αnatat

eleni_mouzakiti-21

Αποφάσισε να βγει έξω. Να αναπνεύσει. Το μικρό του σπίτι δεν τον χωρούσε. Όχι λόγω τετραγωνικών αλλά οι σκέψεις του πολλαπλασιάζονταν και ένιωθε πως πνιγόταν. Πήρε το πιο χοντρό του παλτό και το μάλλινο σκούφο του και ξεκίνησε με τα χέρια καλά βυθισμένα στις τσέπες. Περπατώντας πότε αργά και πότε με πιο γοργό βήμα, παρατηρούσε. Περνούσε από δρόμους ήσυχους με ανισόπεδα σπίτια. Τους πιο θορυβώδεις τους προσπερνούσε βιαστικά ή τους απέφευγε. Τον άγχωναν. Άλλαζαν τον ρυθμό που είχε επιλέξει να ακολουθεί. Μέσα απ’ τα παράθυρα των σπιτιών πότε πότε παρακολουθούσε να δει. Ποιοι ζουν, πώς είναι, τι κάνουν, αν μοιάζουν ή όχι… Να ξεκλέψει διακριτικά λίγο απ’ τη ζωή τους. Να φέρει το απόμακρο και το άνευ λόγου άγνωστο λίγο πιο κοντά του, να νιώσει ασφαλής μαζί τους.

Μουσική στ’ αυτιά δεν είχε αυτή τη φορά. Ήθελε να ακούσει και να μελετήσει με προσοχή τον παραμικρό ήχο…

Τις φωνές των παιδιών που πεισματικά επέμεναν να μείνουν ξύπνια λίγο ακόμα παρά το προχωρήμένο της ώρας.

Τους ακατάληπτους ήχους της τηλεόρασης που παρακολουθούσε βαριεστημένα ένα παντρεμένο ζευγάρι μασουλώντας ηλιόσπορους. Μια βόλτα παραείναι πια ρομαντική γι’ αυτούς.

Τον ενοχλητικό θόρυβο των κλιματιστικών που μάταια προσπαθούσαν να ζεστάνουν τα σπίτια.

Τον παγωμένο αέρα που έκανε τα φύλλα των δέντρων να κουνιούνται και να πέφτουν σχεδόν ρυθμικά.

Το γρήγορο κλείσιμο κάποιου παραθύρου για να προλάβει το κρύο.

Το κούρνιασμα των σκύλων σε μια γωνιά του κήπου και τον άγριο ξεσηκωμό τους μόλις αντιλήφθηκαν τη γάτα με τα λαμπιρίζοντα μάτια που κρυβόταν ύπουλα κάτω από ένα αμάξι.

Την ίδια του την ανάσα που άχνιζε μπροστά του κάθε λίγα δεύτερα.

Άλλος άνθρωπος εκεί γύρω στον έξω κόσμο δεν υπήρχε. Κάπου κάπου μια νυχτερίδα έκανε κύκλους από πάνω του. Στο μισοσκόταδο της νύχτας μια την έβλεπε και μια την έχανε. Ίσα που άκουγε το πέταγμά της. Πάντα τις φοβόταν. Και τώρα το ίδιο αλλά δεν έδινε σημασία.

Τίποτα δεν είχε σημασία ώσπου, επιστρέφοντας, επιχείρησε να μετρήσει τα βήματα μεταξύ του σπιτιού του και της πόρτας του διπλανού, άγνωστου ως τότε, γείτονα. Άγνωστου θεωρητικά. Γιατί στην ουσία, ο τοίχος που χωρίζει τα σπίτια τους είχε αφήσει λίγα περιθώρια γνωριμίας μέσα από τους ήχους που ακούγονταν καθημερινά. Είχε ακούσει τη φωνή του, τις λέξεις του σε μια άγνωστη γι’ αυτόν γλώσσα, τις κινήσεις του, το περπάτημά του. Τον είχε πετύχει λίγες φορές έξω, στο δρόμο. Όμως δίσταζε πάντα να κάνει το παραμικρό. «Κι αν δεν ξέρει ελληνικά; Άλλωστε, τι να πούμε;» Έτσι, ποτέ δεν είχε ειπωθεί τίποτα.

Τα ξαναμετράει να σιγουρευτεί. Μόλις εννέα… Εννέα βήματα κι ένας τοίχος. Αυτά ήταν όλα κι όλα που τους χώριζαν. “Δεν μπορεί”, σκέφτηκε. Και πριν προλάβει να θυμώσει, να φύγει, να απογοητευτεί, πλησίασε το κατώφλι και χτύπησε κατευθείαν την πόρτα μπροστά του.

“Πρέπει να σκεφτώ γρήγορα κάτι να πω”, είπε από μέσα του. «Κι αν δεν με καταλάβει;»

Αγχωμένος για την κίνησή του, ωστόσο δίχως να το μετανιώνει, άκουσε ξάφνου το γνώριμο βήμα να πλησιάζει. Αντιλαμβάνεται πως πίσω απ’ την πόρτα ο άγνωστος “φίλος” τον κοιτά απ’ το ματάκι. Το αν θα ανοίξει ή όχι είναι μια εύκολη απόφαση. Φαινομενικά τουλάχιστον.

Ύστερα από μια απέραντη σιωπή και ησυχία η πόρτα, αν και δειλά, άνοιξε εκμηδενίζοντας την όποια απόσταση που κρατούσε τον καθένα στην απομόνωσή του.

Όμως το πρώτο βήμα είχε γίνει.

Ο τοίχος είχε γκρεμιστεί.

Advertisements
This entry was posted in Τα δικά μας κείμενα. and tagged . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s