Η Κυψέλη του Πέτρου Μάρκαρη

Μένω πολλά χρόνια στην Κυψέλη. Και σε διαφορετικές γειτονιές. Ξεκίνησα το 1966 από τη Σκύρου, μετά πήγα Δροσοπούλου, μετά Ευελπίδων και τα περισσότερα χρόνια ζω στην Αγίας Ζώνης.
Η Κυψέλη ήταν, τουλάχιστον μέχρι τη δεκαετία του ’90, η κλασική, παραδοσιακή συνοικία των μεσοαστών, όπως όλη η ευρύτερη περιοχή που ορίζεται από την Πατησίων. Ήταν μια πάρα πολύ φιλική και φιλόξενη συνοικία η Κυψέλη. Στην αρχή που ήρθα βρήκα ένα διαμέρισμα στη Σκύρου, εντάξει, μου έκανε, δεν ζήταγα πολλά. Βέβαια, ήξερα από πριν τι ήταν περίπου η Κυψέλη. Μετά όμως, όταν άρχισα να ζω, κατάλαβα περισσότερα πράγματα.
Το γενικό χαρακτηριστικό αυτών των γειτονιών ήταν το εξής: ότι ήταν γειτονιές. Δηλαδή έβγαινες το πρωί και σου έλεγαν όλοι «καλημέρα, τι γίνεται, τι κάνετε», άκουγες τις κυρίες της περιοχής να μιλούν μεταξύ τους, να λένε τα προσωπικά τους. Αυτή η οικεία ατμόσφαιρα και η εξοικείωση των κατοίκων μεταξύ τους ήταν ένα χαρακτηριστικό το οποίο, για παράδειγμα, δεν υπάρχει στους Αμπελόκηπους. Στους Αμπελόκηπους, που γνωρίζω την περιοχή τους, δεν υπάρχει αυτό το παράδειγμα. Υπάρχει στην Κυψέλη ακόμα και τώρα και υπήρχε και στην κάτω πλευρά της Πατησίων πολύ έντονα.
Αυτό ήταν μια εμπειρία που παρέπεμπε στις δεκαετίες τις παλαιότερες, του Μεσοπολέμου και της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου. Το διατήρησε αυτό η Κυψέλη και γενικότερα η Πατησίων. Γιατί αυτοί ήταν κάτοικοι παλιοί της Αθήνας, οι οποίοι γνωριζόντουσαν μεταξύ τους. Και αυτή η οικειότητα είναι πάρα πολύ ανθρώπινη. Ακόμα είναι έτσι η Κυψέλη.
Magnify Image
Αυτό που πιστεύω ότι έπαιξε μεγάλο ρόλο στη διατήρηση της ανθρώπινης ατμόσφαιρας είναι ότι αυτή η περιοχή έχει σημείο συνάντησης, τη Φωκίωνος. Ακόμα είναι σημείο συνάντησης, έχει πολύ μεγάλη παράδοση. Είναι ένας δρόμος όπου μαζεύονταν από συνταξιούχοι και μεσοαστοί μέχρι μεγάλοι καλλιτέχνες. Εκεί υπήρχε η ταβέρνα του Αντωνόπουλου, όπου κάθε μεσημέρι έτρωγε ο Κουν με τους ηθοποιούς του. Τους έβλεπες όλους εκεί. Με τον Κάρολο Κουν ήμασταν γείτονες μια περίοδο. Όταν έμενα στην Ευελπίδων, αυτός έμενε πίσω ακριβώς, στη Δημοκρίτου. Με έπαιρνε τηλέφωνο και μου έλεγε «δεν έρχεσαι από εδώ να τα πούμε λίγο;». Ο Μένης Κουμανταρέας μένει ακόμα εδώ, η Κική Δημουλά. Είναι πολλοί που μένουν ακόμα εδώ, που επιμένουν. Υπάρχει μια μαγιά Κυψελιωτών που δεν έχει φύγει.
Magnify Image
Μιλάνε πολλοί για την αντιπαροχή. Ιδιαίτερα για την κάτω πλευρά της Πατησίων. Βεβαίως και η αντιπαροχή έκανε ζημιά. Αλλά το φαινόμενο της αντιπαροχής δεν ορίζεται μόνο από τη ζημιά. Σκεφθείτε μια μετεμφυλιακή Ελλάδα που δεν είχε δουλειά, δεν είχε θέσεις. Κατέβαιναν όλοι από μια κατεστραμμένη ύπαιθρο στην Αθήνα. Έψαχναν οι άνθρωποι να βρουν δουλειά, τρόπο για να επιβιώσουν. Και η αλήθεια είναι ότι οι αντιπαροχές έδιναν δουλειές. Υπάρχει και αυτή η διάσταση. Και να σας πω και κάτι άλλο; Οι πολυκατοικίες που δημιουργήθηκαν ήταν ανθρώπινες. Τώρα, οι καινούργιες δεν είναι. Ήταν ψηλοτάβανες, είχαν πολύ ωραία διαρρύθμιση… Οι άνθρωποι τις έφτιαχναν για να κατοικήσουν σε αυτές και αυτό έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία.
Τι θα μπορούσε να γίνει είναι ένα θεωρητικό ερώτημα. Τότε ο δήμος και το κράτος ήταν άφραγκοι, δεν είχαν δεκάρα. Τι να έκαναν; Αν υπήρχαν λεφτά, θα μπορούσε το κράτος να κάνει ένα πρόγραμμα αναστήλωσης και συντήρησης των νεοκλασικών και να σώσει τις συνοικίες. Σε άλλες πόλεις που δεν πέρασαν τις δυστυχίες τις δικιές μας, όπως το Παρίσι, το έκαναν. Εδώ δεν υπήρχε δεκάρα, ποιος να τα έκανε αυτά; Αν, σήμερα, το υπουργείο Υποδομών έκανε ένα κοινό πρόγραμμα με τους δήμους Αθηναίων και Πειραιώς για την αναστήλωση και διάσωση των σπιτιών αυτών κάτι θα μπορούσε να γίνει. Ο νόμος για τα διατηρητέα μετά από κάποια φάση λειτούργησε και έσωσε πολλά νεοκλασικά. Αυτά είναι η ιστορία της περιοχής.
Αυτή η περιοχή, με αυτές τις πολυκατοικίες, με αυτά τα επιμέρους σπίτια της παλιάς εποχής, είναι ακόμα μια πολύ όμορφη συνοικία. Δεν τις αντέχω αυτές τις υπερβολές. Είναι πολύ μεγάλο λάθος να καταρρακώνουμε το κέντρο της Αθήνας. Όπως ήταν μεγάλο λάθος που το εγκατέλειψαν.
Magnify Image
 Παλεύω σημαίνει «μένω και αγωνίζομαι». Όταν έχω βαθύτατα μέσα μου τη διάθεση να φύγω, όσο περισσότερο κακολογώ τη συνοικία τόσο περισσότερο δικαιολογώ μέσα μου την αίσθηση της φυγής. Αυτό υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που δεν το κάνουν εδώ, να κακολογούν, δηλαδή, την Κυψέλη.
Υπάρχουν δύο λόγοι που πιστεύω ότι συντέλεσαν στη φυγή από το κέντρο της Αθήνας. Να σας δώσω ένα παράδειγμα: έχω έναν φίλο που οι γονείς του είχαν ένα σπίτι στη Σωζοπόλεως, το οποίο έδωσαν για αντιπαροχή και έφυγαν. Μου είπε, λοιπόν, ότι δεν υπήρχαν τότε δάνεια για να επισκευάσουν τα σπίτια – ήταν παλιά, κατέρρεαν και δεν υπήρχαν λεφτά για να τα συντηρήσουν. Από την άλλη μεριά, όμως, από τη δεκαετία του ’80 και μετά παρατηρήθηκε μια λογική η οποία, για μένα, συμβάδιζε με τον νεοπλουτισμό. «Να φύγουμε, να πάμε εκτός κέντρου, να πάμε στην Αγία Παρασκευή». Πήγανε και κλείστηκαν σε πολυκατοικίες χειρότερες από αυτές στις οποίες κατοικούσαν. Αυτή είναι η αλήθεια. Αυτή η φυγή ήταν και ένας τρόπος να πουν «Ξέρεις, εγώ δεν μένω στην Κυψέλη, μένω στην Αγία Παρασκευή». Όταν σήμερα κατηγορούμε γενικώς, πρέπει να αποδίδουμε την ευθύνη και σε εκείνους τους Αθηναίους που εγκατέλειψαν τις συγκεκριμένες συνοικίες.
Λέω πολλές φορές «παιδιά, κατεβείτε στην πλατεία Αττικής και μπείτε σε αυτό τον καταπληκτικό δρόμο της Σωζοπόλεως με τις ακακίες». Πραγματικά πανέμορφος. Όπως εξαιρετικός δρόμος είναι και η Μιχαήλ Βόδα.
Έρχονται και λένε τώρα ότι οι μετανάστες κατέστρεψαν αυτές τις γειτονιές. Κι εγώ απαντώ: είχαν να διαλέξουν μεταξύ Εκάλης και Μιχαήλ Βόδα και προτίμησαν τη Μιχαήλ Βόδα; Εμείς οι ίδιοι κάνουμε κακό στην πόλη μας.
Η Αθήνα ήταν πάντα, από τη φύση της, μια πόλη μετοίκων και μεταναστών. Μόνο που όλα έγιναν ανάποδα στην Ελλάδα. Οι πρώτοι μετανάστες που ήρθαν στην Αθήνα ήταν ο βασιλιάς Όθων και η Αυλή του. Ακολούθησαν οι οπλαρχηγοί του απελευθερωτικού αγώνα. Αυτοί, λοιπόν, ήταν μέτοικοι, δεν ήταν Αθηναίοι. Οι Αθηναίοι της εποχής εκείνης ήταν 12.000 όλοι κι όλοι και ζούσαν στις παρυφές της Ακρόπολης. Το δεύτερο μεγάλο κύμα μετανάστευσης ήταν από την ύπαιθρο. Ήρθαν από μια ύπαιθρο κατεστραμμένη από την Κατοχή και τον Εμφύλιο. Τι να έκαναν, λοιπόν, αυτοί οι άνθρωποι; Καμένη γη ήταν. Πολλοί από αυτούς μετανάστευσαν για να γλιτώσουν τον τρόμο και την καταπίεση της μετεμφυλιακής Ελλάδας. Ένα πολύ μεγάλο μέρος της σημερινής Αθήνας είναι μέτοικοι. Αλλά αυτό δεν συμβαίνει μόνο στην Αθήνα, συμβαίνει σε όλες τις μεγάλες πόλεις.
Το τρίτο κύμα μετανάστευσης ήταν οι Αλβανοί και οι Βούλγαροι και το τέταρτο, τα τελευταία χρόνια, από την Αφρική και την Ασία. Στην Κυψέλη, ακόμα και σήμερα, τα πράγματα είναι πολύ ανθρώπινα και πολλές φορές εξοργίζομαι όταν λένε αυτές τις υπερβολές. Εδώ, σε αυτήν τη γειτονιά ζουν γαλλόφωνοι Αφρικανοί, Σενεγαλέζοι, Ιβοριανοί. Περπατάς και ακούς γαλλικά. Είναι πάρα πολύ φιλικοί, αξιοπρεπέστατοι άνθρωποι, εξού και ποτέ δεν έπιασε πόδι εδώ η Χρυσή Αυγή. Δεν άντεξε. Και πολλές φορές, αν περπατήσετε στη γειτονιά, θα δείτε Αφρικανούς στα μαγαζιά να κάθονται με Έλληνες, να μιλάνε, να παίζουν τάβλι μαζί. Δεν είναι τόσο τρομερή η κατάσταση. Ένα μεγάλο μέρος αυτής της υπερβολής πηγάζει από τις γειτονιές κάτω από την Πατησίων, που η ζωή είναι πολύ πιο δύσκολη. Εκεί δυσκολεύουν τα πράγματα. Εδώ όχι τόσο.
Εγώ καταλαβαίνω την κυρία Δημουλά. Έζησε κι εξακολουθεί να ζει σε μια διαφορετική συνοικία, γιατί όσο και να κρατάει κάποια χαρακτηριστικά η Κυψέλη, η αλήθεια είναι ότι άλλαξε. Και, βεβαίως, για πάρα πολλούς ανθρώπους η νοσταλγία του παλιού σημαίνει υποτίμηση του παρόντος, όπως και ωραιοποίηση του παρελθόντος.
Magnify Image
Η κόρη μου, που μένει λίγο πιο κάτω, στην Καλλιφρονά, μου είπε ότι μια νύχτα είδε τρεις Αφρικανούς να την ακολουθούν. Τρόμαξε. Ο ένας, λοιπόν, την προσέγγισε και της είπε σε πολύ καλά ελληνικά: «Μη φοβάστε, εμείς θέλουμε να πάτε σπίτι σας με ασφάλεια, γιατί αν συμβεί το οτιδήποτε, εμείς θα το φορτωθούμε». Και όντως την πήγαν ως την πόρτα κι έφυγαν.
Μου αρέσει πολύ να περπατώ στην Αγίας Ζώνης, τη Φωκίωνος Νέγρη και γενικά σε όλους τους δρόμους που βρίσκονται αριστερά όπως κατεβαίνεις την Κυψέλης. Τρώω συχνά σε ένα απίστευτο μαγειρείο στην Κυψέλης, πραγματικά εξαιρετικό, που λέγεται «Γειτονιά». Το ζευγάρι που έχει το κατάστημα μαγειρεύει αυτή την κλασική σπιτική κουζίνα που δεν υπάρχει σε πολλά μαγαζιά πια στην Αθήνα.
Τα τελευταία χρόνια η κατάσταση στην Κυψέλη έχει βελτιωθεί αισθητά. Καταρχάς, η καθαριότητα έχει βελτιωθεί πάρα πολύ, μπορώ να πω ότι η Κυψέλη είναι πια καθαρή. Και γενικότερα νομίζω ότι έχει εμπεδωθεί μια ηρεμία στη γειτονιά με ευθύνη των δημοτικών αρχών. Υπάρχει μια ομάδα Κυψελιωτών που λαμβάνει στήριξη από τον δήμο και κάνει πράγματα. Και η ανάπλαση της Δημοτικής Αγοράς είναι προς τη σωστή κατεύθυνση. Δημιουργήθηκε σημείο εξυπηρέτησης των Κυψελιωτών με ΚΕΠ, ενώ παλιότερα έπρεπε να περπατήσουμε ως την πλατεία Βικτωρίας. Πολύ σύντομα θα ξαναμπούν καταστήματα και θα ξαναζωντανέψει ο χώρος.
Πηγή: www.lifo.gr
This entry was posted in Αφιερώματα and tagged , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s