Η Φωτογραφία

Είχαμε σπίτι έναν μπουφέ, από κείνους τους παλιούς που το κάτω μέρος ήταν κάτι σαν ντουλάπι και το επάνω μια βιτρίνα για τα ποτήρια του κρασιού και του νερού – τα καλά – που τα χρησιμοποιούσαμε για τους ‘ξένους’. Πάνω στο τζάμι αυτού του μπουφέ ήταν σφηνωμένες μερικές φωτογραφίες. Δεν είχαμε και πολλές. Στον τοίχο η κλασική φωτογραφία από τον γάμο της μαμάς με τον μπαμπά, νέοι και ωραίοι, όπως όλοι οι γονείς και κάπου σε ένα κομοδίνο μια οικογενειακή μας, στημένη σε φωτογραφείο, με την απαιτούμενη για την εποχή στάση: ο μπαμπάς κι η μαμά καθιστοί, και εμείς, τα τρία παιδιά, όρθιοι γύρω τους, με το ένα χεράκι πάνω στους ώμους τους και το άλλο κρεμασμένο άχαρα κάτω.

Όμως στο τζάμι του μπουφέ ήταν μια φωτογραφία, πολύ μικρή, λίγο φθαρμένη, όχι από τον καιρό, αλλά από το βγάλε-βάλε στο τζάμι για να την βλέπουνε από κοντά όλοι όσοι είχαν περιέργεια. Είχε κάτι περίεργο αυτή η φωτογραφία. Ήταν ο μπαμπάς και η μαμά με τις δύο αδελφές μου μπροστά σ’ ένα καράβι μεγάλο και γύρω τους τρεις βαλίτσες. Μια κλασσική αναμνηστική φωτογραφία μιας κλασσικής οικογένειας.

Χρειάστηκε να μεγαλώσω λίγο για να καταλάβω το γιατί έλειπα εγώ από εκεί – πολύ απλά δεν είχα γεννηθεί – και χρειάστηκε να μεγαλώσω πάρα πολύ για να καταλάβω την ‘ιερότητά’ της. Όταν άρχισα να αναλύω μέσα μου τα πράγματα, κατάλαβα γιατί εκείνοι έλεγαν πολλά γι’ αυτή και γιατί εγώ ένιωθα κάτι συγκλονιστικό, πέρα από το ότι αφενός υπήρχε ένα τεράστιο βαπόρι πίσω τους και αφετέρου έλλειπα εγώ από κει μέσα. Όμως αυτή φωτογραφία ήταν ό,τι πιο σημαντικό είχανε οι γονείς μου να δείχνουνε σε όλον τον κόσμο. Ήταν η συγκλονιστικότερη στιγμή της ζωής τους. Ήταν η άφιξή τους στον Πειραιά όταν ήρθανε διωγμένοι από την Πόλη. Ήταν η πρώτη τους στιγμή στην Ελλάδα. Ήταν μόλις είχαν κατέβει από το βαπόρι. Ήταν το ξεκίνημα μιας καινούργιας ζωής, σε άγνωστο τόπο, με άγνωστους ανθρώπους, με μια αδελφή μόνο να ζει σε ένα μέρος που το έλεγαν Καισαριανή, με κανέναν φίλο και κυρίως με καμιά δουλειά να περιμένει τον πατέρα, που απ’ ό,τι έμαθα μετά ‘είχε τη σειρά του στην Πόλη, δεν ήταν όποιος κι όποιος’…

Ήταν η άφιξη κάποιων από τα εκατομμύρια προσφύγων αυτής της γης. Σαν μεγάλωσα έβλεπα και ξανάβλεπα αυτή τη φωτογραφία προσπαθώντας να διαβάσω μέσα στα μάτια τους τις σκέψεις τους εκείνης της στιγμής. Να βρω μέσα στη στάση τους, στα μάτια τους, τα αισθήματα εκείνης της ώρας. Ήταν η προσωποποίηση της εγκατάλειψης, σαν κάποιος να τους πέταξε έξω από το βαπόρι και να τους είπε πηγαίνετε. Πού; Σε ποιον; Με τι;
Είμαι γιος προσφύγων. Μεγάλωσα με όλους τους κανόνες, τους φόβους, τις υποχρεώσεις, τους περιορισμούς, τις απαγορεύσεις που επιβάλλονται αλλά και επιβάλλουν από μόνοι τους οι πρόσφυγες στον εαυτό τους, ξένοι και ανεπιθύμητοι σε έναν τόπο. Είμαι η συνέχεια μιας τραγωδίας που παίζεται αιώνες τώρα και που θα παίζεται για πολλούς ακόμα, με θεατές κάποιους που μπορούν, αλλά δεν θέλουν να κάνουν κάτι για να σταματήσουν αυτήν τη θλιβερή παράσταση. Θέλω δεν θέλω, είμαι ένας από σας και δεν το ξεχνάω.

Υ.Γ. Έχοντας να δω τη φωτογραφία αυτή περισσότερο από εξήντα χρόνια, αφού ήταν χαμένη, αναρωτήθηκα, τώρα που τη βρήκα, τι με έκανε να προσθέσω δίπλα στην οικογένεια τις τρεις βαλίτσες. Τίποτα δεν είναι τυχαίο: φαίνεται ήθελα να τους δω να έχουνε πάρει κάτι μαζί τους, εκτός από τον Λίζο, έναν μακρύ γάτο που πέθανε το 1942 από την μπότα ενός γερμανού στρατιώτη…

Ιστορίες προσφύγων

ΘΑΝΑΣΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

http://www.unhcr.gr/refugeestories/papageorgiou/

This entry was posted in Αφιερώματα, Είδαμε κι ακούσαμε and tagged . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s