«Βραδυνή εκπομπή 4» ή «Προς αναζήτηση (εαυτού ;)»…| του Gil-galad

slide_399558_4929036_free

Μου είπες «Προσπαθείς γι’ αυτό που έχεις αλλά όχι για σένα».

Σου είπα «…».

Μου είπες «Μα γιατί δε θέλεις;»

Σου είπα «…».

Μου είπες «Τόλμα ρε!»

Σου είπα «…»

Μου είπες  «Γιατί δεν πιστεύες σε σένα; Ξέρεις για πόσα είσαι ικανός;»

Σου απάντησα με άναρθρη κραυγή, όπως η Σάρα στα «Παιδιά ενός κατώτερου Θεού» όταν τη ρώτησαν επίμονα να ακούσουν τη φωνή της.

Μου είπες «Αχ, βρε βλάκα, να ήξερες.. Αχ να ξερες πόσα έχω δει σε σένα.»

Σήκωσα τα μάτια μου και με δυσκολία σε διέκρινα πίσω από τα δάκρυα…

Μου είπες «Τι; Τι είναι; Μίλα!! ΜΙΛΑ!!».

Σου είπα «Στο ξανάπα παλιά. Αν σου πω όλα αυτά που ζητάς θα φύγεις… Δε θα με αντέξεις.».

Μου είπες «Αν δε ρισκάρεις δε θα μάθεις…».

Κι εγώ βρήκα ένα μέρος να ξανακρυφτώ.

Μου είπες «Κουράστηκα… Δεν έχω άλλη δύναμη να πιστεύω…».

Σου είπα «Καταρχήν…».

Μου είπες «Δεν ξέρω πια…».

Σου είπα «Δε μπορώ…».

Μου είπες «Τι έχεις να πεις άλλο; Αν δε μπορείς, αντίο.».

Σου είπα «…».

Κι ύστερα βγήκα στη βροχή κι εσύ με κοιτούσες χωρίς να ξέρεις. Ποτέ δεν ήξερες. Γι’ αυτό πάντα ήθελες να μπορώ εγώ, για να μη χρειάζεται να ξέρεις. Τώρα κάθεσαι εκεί, με την αίσθηση του πάγου στο στήθος. Με την απόσταση να φαίνεται ακάλυπτη. Κι εγώ να σε κοιτάζω με το χαμόγελο του παράφρονα καθώς έμενες με πιστή υποταγή στην απόσταση και το δεν ξέρω.

Μπήκα να σε συναντήσω. Σε ρώτησα «Θυμάσαι; Υποσχέθηκες, χωρίς εισιτήριο..».

Μου είπες «Ποτέ! Ποτέ εισιτήριο!».

Κι άνοιξα το στόμα μου και σου είπα πράγματα που δεν είχα πει ποτέ. Όχι όλα, κάποια… Κι ένιωσα να με κοιτάζεις σαν ένα ξεχασμένο θίασο.

Μου είπες «Πρέπει να παλέψεις μόνος».

Σου είπα «…».

Μου είπες «Χάνεσαι! Κάνε κάτι!».

Σου είπα «…».

Μου είπες «Δε μπορώ άλλο να σε περιμένω… Πρέπει να…».

Σε διέκοψα «Πρώτο βήμα προόδου. Δε μπορείς εσύ και τώρα δεν ξέρω εγώ.».

Μου είπες «…».

Σου είπα «Χάνεσαι κι εσύ…».

Μου είπες «Μάλλον ναι…».

Σου είπα «Φοβάμαι, έζησα τόσο καιρό έτσι και δεν ξέρω να το αλλάξω, όμως θέλω… Ακούς; ΘΕΛΩ!».

Μου είπες «Πάμε για τώρα…»

Οι μέρες πέρασαν κι οι νύχτες έρχονταν για να μου θυμίζουν το κενό. Δεν ήσουν κι ούτε είσαι εδώ. Δυστυχώς ούτε το οινόπνευμα, ούτε ο καπνός ούτε κι ο πυρετός σε έφεραν, μόνο κάτι άρρωστα όνειρα, αρρωστημένα, αρρωστιάρικα που με ξυπνούν στις 5 το πρωί. Με ξυπνούν από το λήθαργο και το κεφάλι μου γυρίζει. Δεν είναι τίποτα καθαρό πια. Δεν έχει τίποτα αξία, πια.

Σου μιλάω κι εσύ το μόνο που αποκρίνεσαι τώρα είναι «…».

Σου ουρλιάζω κι εσύ το μόνο που αποκρίνεσαι είναι η μοναξιά την οποία επιζητείς για να ανασάνεις, να ξεχάσεις, να ξεχαστείς, να δεις πιο καθαρά.

Παιχνίδια του μυαλού; Δύσκολα αισθάνεσαι άδειο το στήθος σου μόνο και μόνο επειδή το μυαλό σε παγιδεύει σε λαβυρίνθους αλλά δε θα μιλήσω με σιγουριά.

Θυμάμαι, τώρα στις 6 το πρωί,  τότε που μιλούσαμε ατελείωτες ώρες. Τότε που κρυβόμουν από τους άλλους ή τους απέφευγα για να μπορέσουμε να μιλήσουμε. Έχανα την κάθε μέρα μου, την κάθε νύχτα μου, την απόλαυσή μου, τη ζωή μου μόνο και μόνο για να μπορέσω να μιλήσω μαζί σου. Έσβηνα από το κορμί μου σημάδια, έβγαζα από πάνω μου πανοπλίες και σύμβολα δύναμης κι εξουσίας. Για να αποκτήσεις εσύ νόημα.

Θυμάσαι;

Αχ! Και τώρα; Σιωπή…

Θα μου πεις για την ανάγκη της μοναξιάς και της αναζωογονητικής αυτής πορείας και της πάλης με τα θέλω, τα δικά σου, των άλλων, της έλλειψης ζωής, τα λάθη, τα σωστά. Τόσα χρόνια δίπλα-δίπλα  και νόμιζα ότι μάθαινες κάτι από μένα. Όμως στα ίδια γυρίζεις. Επιπόλαια βήματα. Πίσω γυρνάς. Πίσω αναζητάς. Με πρακτικές του παρελθόντος που θα ‘πρεπε να είχαν χαθεί. Ψάχνεις αλλού να με βρεις όπως με θες.

Χάθηκα ρε, στα τόσα χρόνια πήρα λάθος στροφές μέχρι να καταφέρω είτε μόνος είτε με τη βοήθειά σου να ξαναβρώ το δρόμο μου. Κάποτε έγινα άλλος άνθρωπος. Κάπου κάπου βγαίνει προς τα έξω ο χειρότερός μου εαυτός. Μα εσύ ξέρεις, ότι δεν είναι έτσι. Δεν είμαι έτσι. Όταν βρισκόμασταν καταφέρναμε να σχεδιάσουμε ξανά τον ουρανό. Ήμασταν, μέτρο, ρυθμός, η ωδή και ο Πάνας.

Τώρα είμαστε μακριά. Μακρύτερα από κάθε άλλη φορά κι αναζητούμε… Χωρίς καρδιά. Αυτή πάει. Μόνα τα απομεινάρια των συναισθημάτων χτυπάνε εντός μας στη θέα του καινούριου για να μας πείθουν ότι δεν είμαστε νεκροί. Τόσο διαφορετικοί. Γι’ αυτό κατάφερα να σου μιλήσω μάλλον. Γι’ αυτό αναρωτήθηκα τότε αν υπάρχεις…

Μου είπες μια μέρα που λύγισες κι εσύ, «Σε περιμένω, όταν έρθει η ώρα. Δυο γράμματα και μια τελεία».

Λοιπόν, πόσα να σου πω; Δυο γράμματα και μια τελεία.

Πού να είσαι άραγε, εαυτέ μου; Υπάρχεις ακόμη;

About Gil-galad

Gil-galad was an Elven-king. Of him the harpers sadly sing: The last whose realm was fair and free Between the mountains and the sea. His sword was long, his lance was keen. His shining helm afar was seen. The countless stars of heaven's field Were mirrored in his silver shield. But long ago he rode away, And where he dwelleth none can say. For into darkness fell his star; In Mordor, where the shadows are.
This entry was posted in Adagio για 1 πένα, Τα δικά μας κείμενα. and tagged . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s