Η απόλαυση του κειμένου |Roland Barthes

1«…Κι όμως το πιο κλασικό κείμενο (ένα μυθιστόρημα του Ζολά, του Μπαλζάκ, του Ντίκενς, του Τολστόι) έχει μέσα του ένα είδος εξασθενημένης τμήσης : δεν το διαβάζουμε ολόκληρο με την ίδια αναγνωστική ένταση. Επιβάλλεται ένας ρυθμός, αβίαστος κι ελεύθερος, που πολύ λίγο σέβεται την ολότητα του κειμένου. Η απληστία μάλιστα της γνώσης μας παρασέρνει να δρασκελίζουμε ή να ξεπερνάμε ορισμένα μέρη (που τα προαισθανόμαστε ως « βαρετά ») για να ξαναβρούμε το ταχύτερο τα καυτά μέρη της ιστορίας (που είναι πάντα οι αρθρώσεις της : αυτό που προωθεί την αποκάλυψη του αινίγματος ή του πεπρωμένου) : πηδάμε ατιμώρητα (κανένας δεν μας βλέπει) τις περιγραφές, τις εξηγήσεις, τους στοχασμούς, τις συζητήσεις. Μοιάζουμε έτσι με τον θεατή του καμπαρέ που ανεβαίνει στην σκηνή κι επιταχύνει το στριπ-τήζ της χορεύτριας, βγάζοντάς της μάνι-μάνι τα ρούχα, αλλά με τη σειρά, δηλαδή : με το σέβας από τη μια, αλλά κι επισπεύδοντας από την άλλη την τελετουργία (σαν τον παπά πού καταπίνει τα ευαγγέλιά του). Η τμήση, πηγή ή μορφή της απόλαυσης, φέρνει εδώ αντικριστές δύο πεζές πλευρές· αντιπαραθέτει ό,τι είναι χρήσιμο για τη γνώση του μυστικού κι ό,τι της είναι άχρηστο. Είναι μια ρωγμή προερχόμενη από μιαν απλή αρχή της λειτουργικότητας, Δεν παράγεται απευθείας από την ίδια τη δομή των γλωσσών, αλλά μόνο τη στιγμή της χρήσης τους. Ο συγγραφέας δεν μπορεί να την προβλέψει : δεν μπορεί να θέλει να γράψει εκείνο που δεν θα διαβαστεί. Κι όμως, ο ρυθμός ακριβώς αυτού που διαβάζουμε κι αυτού που δεν διαβάζουμε είναι που προκαλεί την απόλαυση των μεγάλων αφηγημάτων: διάβασε κανείς ποτέ λέξη προς λέξη τον Προύστ, τον Μπαλζάκ, το Πόλεμος και Ειρήνη ; (Καλότυχος ο Προύστ : από τη μιαν ανάγνωση στην άλλη, δεν πηδάς ποτέ τα ίδια μέρη). Έτσι λοιπόν, αυτό που χαίρομαι σε μιαν αφήγηση δεν είναι άμεσα το περιεχόμενό της ούτε καν η δομή της, αλλά μάλλον οι γρατσουνιές που κάνω στο ωραίο περίβλημα : τρέχω, πηδώ, σηκώνω το κεφάλι, ξαναβουτώ. Καμιά σχέση με τη βαθειά σχισμή που το ηδονικό κείμενο χαράζει στην ίδια τη λαλιά και όχι απλώς στο πρόσκαιρο της ανάγνωσής του.

Έχουμε έτσι δυο τρόπους ανάγνωσης : ο ένας πάει κατευθείαν στις αρθρώσεις της ιστορίας, αντικρίζει την έκταση του κειμένου, αγνοεί τα παιχνιδίσματα της γλώσσας (όταν διαβάζω Ιούλιο Βερν προχωρώ γρήγορα : χάνω από το λόγο, κι ωστόσο η ανάγνωσή μου δεν σκαλώνει από το χάσιμο κάποιας λέξης— με την έννοια που μπορεί να έχει τούτος ο όρος στη σπηλαιολογία)· η άλλη ανάγνωση δεν προσπερνάει τίποτα. Ζυγιάζει, κολλάει στο κείμενο, διαβάζει, αν μπορούμε να πούμε, προσεχτικά και παράφορα, συλλαμβάνει σε κάθε σημείο του κειμένου το ασύνδετο που τέμνει τα λεγόμενα — και όχι την πλοκή : δεν την αιχμαλωτίζει η (λογική) έκταση, το ξεφύλλωμα των αληθειών, αλλά το φύλλωμα της σημαινότητας δηλαδή όπως στο παιχνίδι « πάνω χέρι-κάτω χέρι», η διέγερση δεν προέρχεται από την ανταγωνιστική σπουδή, αλλά από ένα είδος κάθετου πανδαιμόνιου (το κάθετο της γλώσσας και του αφανισμού της)· είναι η στιγμή όπου το κάθε (διαφορετικό) χέρι πηδάει πάνω από το άλλο (και όχι το ένα μετά το άλλο), όταν δημιουργείται το κενό καί παρασέρνει το θέμα του παιχνιδιού — το θέμα του κειμένου. Όμως, πολύ παράδοξα (τόσο έχει επικρατήσει η γνώμη πως αρκεί να κάνεις γρήγορα για να μην πλήξεις), η δεύτερη τούτη, εφαρμοσμένη (στην κυριολεξία), ανάγνωση είναι εκείνη που ταιριάζει στο μοντέρνο κείμενο, στο οριακό κείμενο. Διαβάστε αργά, διαβάστε ολόκληρο ένα μυθιστόρημα του Ζολά — το βιβλίο θα σας πέσει από τα χέρια. Διαβάστε στα γρήγορα, κομματιαστά, ένα μοντέρνο κείμενο — το κείμενο γίνεται σκοτεινό, κλειστό στην απόλαυσή σας. Θέλετε να συμβεί κάτι και δεν συμβαίνει τίποτα. Γιατί αυτό που συμβαίνει στην γλώσσα δεν συμβαίνει στο λόγο. Αυτό που «έρχεται», αυτό που «φεύγει», το κενό ανάμεσα στις δύο άκρες, το μεσοδιάστημα της απόλαυσης, δημιουργείται μέσα στον όγκο των λεγομένων, στην έκφραση, κι όχι στη συνοχή των εκφραζομένων.

Να μην καταβροχθίζεις, να μην καταπίνεις, αλλά να βοσκάς, να ψιλολογείς σχολαστικά, να ξαναβρείς για να διαβάσεις τους σημερινούς συγγραφείς, την άνεση των παλιών διαβασμάτων: να είσαι αριστοκράτης αναγνώστης

» Όπως λέει ο Φρόυντ, άσκοπος είναι μονάχα ο θάνατος, όπως καθένας το ξέρει. Για το κείμενο, άσκοπη είναι μόνο η καταστροφή του: να μη γράφεις, να μη γράφεις πια, εκτός πάντα για να ξαναβρίσκεσαι.«

«Στον πόλεμο των γλωσσών μπορεί να υπάρχουν στιγμές ήσυχες, και αυτές οι στιγμές είναι κείμενα. Ανάμεσα σε δύο επιδρομές λόγων, ανάμεσα σε δύο επιδείξεις συστημάτων, η απόλαυση του κειμένου είναι πάντα δυνατή, όχι σαν ξεκούραση, αλλά σαν το ασύντακτο – το ανοργάνωτο- πέρασμα μιας άλλης γλώσσας, σαν άσκηση μιας διαφορετικής φυσιολογίας.»

«Κείμενο σημαίνει ύφασμα, υφή, αλλά ενώ ως τώρα πάντοτε αυτή η υφή θεωρήθηκε ως προϊόν, ένα έτοιμο πανί, που πίσω του βρίσκεται, λίγο – πολύ κρυμμένο, το νόημα (η αλήθεια), εμείς τονίζουμε τώρα, στην υφή, τη γεννητική ιδέα ότι το κείμενο φτιάχνεται, δουλεύεται μέσα σε μιαν αδιάκοπη διάπλεξη. Χαμένο μέσα στην υφή αυτή, το υποκείμενο ξηλώνεται, σαν την αράχνη που διαλύεται η ίδια μέσα στις εκκρίσεις της που κατασκευάζουν τον ιστό της. Αν μας αρέσουν οι νεολογισμοί, θα μπορούσαμε να ορίσουμε τη θεωρία του κειμένου ως υφολογία (ύφος, είναι μαζί η υφή και ο ιστός της αράχνης).»

Η Απόλαυση του Κειμένου
Ρολάν Μπαρτ

μετάφραση: Φούλα Χατζιδάκη, Γιάννης Κρητικός

Από το οπισθόφυλλο:

«Τι ξέρουμε για το κείμενο; Τον τελευταίο καιρό, η θεωρία άρχισε να δίνει απάντηση. Μένει όμως ένα ερώτημα: τι απολαμβάνουμε από το κείμενο; Το ερώτημα τούτο οφείλουμε να το θέσουμε, έστω και μόνο για ένα λόγο τακτικής: οφείλουμε να καταξιώσουμε την απόλαυση του κειμένου, ενάντια στην αδιαφορία της επιστήμης και στον πουριτανισμό της ιδεολογικής ανάλυσης· οφείλουμε να καταξιώσουμε την απόλαυση του κειμένου ενάντια στην ταπείνωση της λογοτεχνίας σαν απλής ψυχαγωγίας. Πώς να θέσουμε το ερώτημα; Συμβαίνει, το χαρακτηριστικό της απόλαυσης να είναι πως δεν μπορεί να ειπωθεί. Χρειάστηκε λοιπόν να προσφύγουμε σε μιαν άτακτη σειρά αποσπασμάτων: στιλπνές πλευρές, πινελιές, κουκίδες -φυλαχτάρια ενός αόρατου σχεδιάσματος: απλή σκηνοθεσία της ερώτησης, βλαστός εξω-επιστημονικός της κειμενικής ανάλυσης».  Ρ. Μπ.

Roland-Barthes2

Για τον συγγραφέα:

Ο Ρολάν Μπαρτ γεννήθηκε στην Bayonne της Γαλλίας το 1915. Το 1924 εγκαταστάθηκε στο Παρίσι όπου φοίτησε στα λύκεια Montaigne και Louise-Le-Grand. Στο διάστημα 1935-39 φοίτησε στη Σορβόννη όπου πήρε το δίπλωμα της Κλασικής Φιλολογίας. Στην περίοδο των σπουδών του 1936-1939 ίδρυσε, μαζί με συμφοιτητές του, την Πανεπιστημιακή Ομάδα του Αρχαίου Θεάτρου. Πέρασε αρκετά χρόνια σε σανατόρια εξαιτίας της φυματίωσης από την οποία είχε προσβληθεί (1934-1935, 1942-1946). Δίδαξε, για μικρό διάστημα, στο Πανεπιστήμιο του Βουκουρεστίου, και στην Αίγυπτο (Πανεπιστήμιο της Αλεξάνδρειας). Διετέλεσε υπεύθυνος ερευνών στο C.N.R.S., καθώς και διευθυντής -από το 1962- ενός κοινωνιολογικού σεμιναρίου στο τμήμα Οικονομικών και Κοινωνικών Επιστημών της Ecole Pratique. Εμπνευσμένο από τη Γλωσσολογία των Σωσύρ και Μπλούμφηλντ, από τη δομική ανθρωπολογία, σημαδεμένη αργότερα από την ψυχανάλυση του Λακάν, το έργο του αρχίζει από τον «Βαθμό μηδέν της γραφής» (1953), μελέτη των σχέσεων λογοτεχνίας και εξουσίας. Η ιδέα μιας ουδέτερης γλώσσας, αποκομμένης από τις νοθεύσεις του κοινωνικού κυκλώματος, υπάρχει ως και στο εναρκτήριο μάθημά του στην έδρα Σημειολογίας του Κολεγίου της Γαλλίας (1977), και δεσπόζει στην ανάλυση των χαρακτηριστικών και των μύθων της σύγχρονης κοινωνίας («Μυθολογίες» 1957, «Το Σύστημα της Μόδας» 1967), στην επεξεργασία των όρων μιας επιστήμης της λογοτεχνίας («Για τον Ρακίνα» 1963, «Κριτική και Αλήθεια» 1969), στις έννοιες του γραφόμενου (scriptible) και του αναγνώσιμου (lisible) («S/Z» 1970), στην ποιητική του ελεύθερου σημείου («Η επικράτεια των σημείων» 1970) και στην αφομοίωση μιας ρητορικής του έργου με την εφεύρεση ενός πλήρους γλωσσικού ιδιώματος και ενός αυτόνομου σύμπαντος («Σαντ, Φουριέ, Λογιόλα» 1971,»Η απόλαυση του κειμένου» 1973). Ανασυνθέτει αυτές τις προσκτήσεις με αναφορές στο σώμα και την επιθυμία, ενώ το «Ο Ρολάν Μπαρτ από τον Ρολάν Μπαρτ» (1975) συγκροτεί μια αρχαιολογία της ολόψυχης αφιέρωσης στην κριτική. Τα «Αποσπάσματα ενός ερωτικού λόγου» (1977) προσεγγίζουν προς μια θεωρία του συνομιλισιακού (conversationnel), ενώ ο «Φωτεινός θάλαμος» (1980) επιζητεί, μέσα από τη μελέτη της φωτογραφίας, να προσδιορίσει μια νέα σχέση ανάμεσα στον χώρο και τον χρόνο. Ο Ρολάν Μπαρτ, ένας από τους μεγαλύτερους διανοητές της εποχής μας, θα βρει τραγικό θάνατο το 1980 σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Η αξιολόγηση του έργου του σήμερα του επιδικάζει μια ξεχωριστή θέση στους χώρους της κοινωνιολογικής κριτικής, της σημειολογίας, του Λόγου και, γιατί όχι, και της μόδας.

Πληροφορίες από ianos.gr και binlionet.gr

This entry was posted in Αφιερώματα and tagged , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s