«Ο παλαιοβιβλιοπώλης Μέντελ» και «Η Αόρατη Συλλογή» | Stefan Zweig

jpg

Δυο εξαιρετικές νουβέλες σε ένα καλαίσθητο τομίδιο είναι «Ο παλαιοβιβλιοπώλης Μέντελ» και «Η Αόρατη Συλλογή» του Στέφαν Τσβάιχ. Δυο έργα με πολλές ομοιότητες, αν και το πρώτο, που έπεται χρονικά στη γραφή του δεύτερου κατά δυο χρόνια, είναι σαφώς ανώτερο και πιο ολοκληρωμένο. Έχουν όμως και τα δυο αυτή την γλυκιά αύρα της πίκρας και της παρακμής, μιλούν για δυο γοητευτικούς ανθρώπους που δεν μπορούν να ενταχθούν στην εποχή τους, να κατανοήσουν πως υπάρχει κάτι άλλο πέρα από την υπέρτατη ηδονή του να συλλέγεις, στην πρώτη περίπτωση βιβλία και πληροφορίες για βιβλία, στην δεύτερη έργα τέχνης και γκραβούρες.

Η τέχνη ενάντια στην άγρια πραγματικότητα του εικοστού αιώνα

Δύο εκπληκτικές νουβέλες του Στέφαν Τσβάιχ με κεντρικό άξονα τη βιβλιοφιλία, τη συλλογή και τη μνήμη, κατά την εποχή του πολέμου στη Βιέννη και του υπερπληθωρισμού στη Γερμανία του 1920.

«Τότε μόνο κατάλαβα τι θαύμα του μνημονικού είχα συναντήσει στο πρόσωπο του Γιάκομπ Μέντελ, μιαν αληθινή εγκυκλοπαίδεια, έναν δίποδο κατάλογο βιβλιοθήκης. Απόμεινα ν’ αντικρίζω ενεός το βιβλιογραφικό αυτό φαινόμενο, το τυλιγμένο στο άσημο, και μάλιστα κάπως ρυπαρό κουκούλι ενός μικροκαμωμένου παλαιοβιβλιοπώλη από τη Γαλικία, που έχοντάς μου αραδιάσει περί τα ογδόντα ονόματα, αδιάφορα δήθεν αλλά με εσωτερική ικανοποίηση για τα προσόντα του, πήρε να καθαρίζει τα γυαλιά του. […]» (από τον «Παλαιοβιβλιοπώλη Μέντελ»).

Ο Μέντελ, ένας Εβραίος από τη Γαλικία, είναι ένας πωλητής παλαιών βιβλίων που χρησιμοποιεί για γραφείο του το βιεννέζικο καφενείο Γκλούκ για περισσότερο από είκοσι χρόνια. Είναι ένας αόρατος κατάλογος, ένας τιτάνας του μνημονικού, με απαράμιλλες γνώσεις για τις τιμές, τις εκδόσεις και την κίνηση των βιβλίων. Όμως αυτό το έμβλημα της βιβλιοφιλίας έκανε ένα τρομερό λάθος προς τις αρχές της χώρας του. Στη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου έγραψε σε έναν Γάλλο -εχθρό- βιβλιοπώλη, ζητώντας να μάθει για συνδρομές σε περιοδικά, πράγμα που τον οδήγησε σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Ο «Παλαιοβιβλιοπώλης Μέντελ», που πρωτοεκδόθηκε το 1929, είναι μια ιστορία σχετικά με τη βιβλιοφιλία και τους μορφωμένους ανθρώπους και για το πώς η τέχνη και η κουλτούρα τους αχρηστεύονται όταν έρχονται αντιμέτωπες με την άγρια πραγματικότητα του εικοστού αιώνα.

«Η αόρατη συλλογή», που πρωτοεκδόθηκε το 1927, αφηγείται μια ιστορία με έναν έμπορο σπάνιων βιβλίων και χαρακτικών στη Γερμανία, κατά την περίοδο του υπερπληθωρισμού της δεκαετίας του 1920, όταν οι τιμές των αγαθών αυξάνονταν καθημερινά και τα χαρτονομίσματα ουσιαστικά δεν άξιζαν ούτε καν το χαρτί στο οποίο τυπώνονταν. Ο αντικέρ αποφασίζει να αναζητήσει κάποιους παλιούς πελάτες του, για να δει αν σε αυτούς τους χαλεπούς καιρούς είναι διατεθειμένοι να του πουλήσουν ό,τι είχαν αγοράσει παλιότερα από αυτόν. Αυτό που ανακαλύπτει με έναν ηλικιωμένο τυφλό άνδρα, τον αφήνει κατάπληκτο και προσφέρει στον Τσβάιχ την ευκαιρία να δημιουργήσει μια εξαίσια αφήγηση που αντανακλά το απόφθεγμα του Γκαίτε ότι «οι συλλέκτες είναι άνθρωποι ευτυχισμένοι». Η νουβέλα μεταφέρθηκε στη μικρή οθόνη, το 1953, από τον σκηνοθέτη Hanns Farenburg.

Ο Τσβάιχ γράφει φυσικά για τον φασισμό, για αυτό που συνέβη στη Γερμανία μετά, όμως γράφει και για την ψυχούλα του. Και οι δυο φιγούρες του, με την εμμονή τους με την τέχνη και την συλλογή μοιάζουν πιθανότατα στον ίδιο που ήταν μανιώδης συλλέκτης. Πρόκειται για ήρωες που δεν μπόρεσαν καν να αντιληφθούν την «νέα τάξη πραγμάτων», πόσο μάλλον να την συνηθίσουν και να ελιχθούν. Που έμειναν οδυνηρά και γοητευτικά στην εμμονή τους. Έχουν πίκρα και γλύκα μαζί αυτοί οι χαρακτήρες, αφήνουν μια γεύση τόσο ύποπτη στα χείλη όταν διαβάζεις για αυτούς, που μπορεί να μοιάζει και με συγκίνηση.

Αποσπάσματα από τον Παλαιοβιβλιοπώλη Μέντελ:

«Τότε ήταν που βρέθηκε για πρώτη φορά στο Καφέ Γκλουκ το οποίο και σιγά σιγά έγινε το εργαστήριο του, το στρατηγείο του, το ταχυδρομείο του, ο κόσμος του. Όπως ο αστρονόμος στο αστεροσκοπείο του παρατηρεί μοναχός ολονυχτίς τις μυριάδες των άστρων από τη σχισμή του τηλεσκοπίου του, τις γεμάτες μυστικά τροχιές τους, το μεταβαλλόμενο χάος τους, έτσι κι ο Μέντελ, κατόπτευε μέσα από τα γυαλιά του το άλλο σύμπαν, των βιβλίων, που κι αυτό διέγραφε αιώνιους κύκλους κι αναγεννιόταν, σ’ έναν κόσμο πάνω από τον κόσμο μας.»

«Γιατί η ανάμνηση πάντοτε δένει τους ανθρώπους, και η αγαπημένη ανάμνηση δένει διπλά.»

«Τα βιβλία τα δημιουργούμε μόνο και μόνο για να συνδεθούμε με κάποιους ανθρώπους ξεπερνώντας τα όρια του βίου μας, και για να αμυνθούμε έτσι απέναντι στους αδυσώπητους αντιπάλους της ζωής σε κάθε έκφανσή της: στο εφήμερο και στη λήθη. – »

b156441

Εκδόσεις: Άγρα

Μετάφραση: ΜΑΡΙΑ ΤΟΠΑΛΗ

πηγές:

diavazontas.blogspot.gr

www.alfanews.com.cy

Advertisements
This entry was posted in Αφιερώματα, Είδαμε κι ακούσαμε and tagged , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s