Ταφ-τότητα

 

10385506_789395014477466_3693672845425870290_n

Βγαίνοντας από ένα βρώμικο σκοτάδι όπου ατυχώς -ή κι ευτυχώς- είχε βρεθεί,

ο Ταφ ξεκίνησε να περπατά, να κοιτά και να ακούει.

Έβγαλε ένα ένα όλα του τα ρούχα κι έμεινε γυμνός.

Για μέρες ανεχόταν αδιαμαρτύρητα το κρύο,

ώσπου να καθαρίσει σωστά τα λιγοστά του ρούχα.

Ξαναφορώντας τα, ένιωσε καινούργιος.

Πείνα δεν ένιωθε. Χορτασμένος από τις απογοητεύσεις του,

προσπαθούσε να τις χωνέψει αναλογιζόμενος.

Φοβόταν λίγο μα σκεφτόταν.

Κρατώντας στα χέρια του μια φωτογραφία τυχαία, μικρή, παλιά κι ασπρόμαυρη

πρόσεξε το πάθος στα πρόσωπα των εικονιζόμενων που κάποτε υπήρχαν, όπως αυτός.

Ένα διψασμένο χαμόγελο σχηματίστηκε τότε στα στεγνά του χείλη.

Το πάθος δεν πρέπει να ξεχνιέται, είπε, σχεδόν σιωπηλά

και το έγραψε με άξυστο μολύβι στο πίσω μέρος της φωτογραφίας.

Αυτό ακριβώς είναι που χρειάζεται να ξαναβρεί- το φως – για να νιώσει έτσι λίγο ευχαριστημένος,

τουλάχιστον με τον εαυτό του. Τώρα που τον ξαναέβρισκε. Τώρα που πια τον μάθαινε.

Ξεκίνησε να συγκεντρώνει την προσοχή του στους ανθρώπους που μιλούσαν παθιασμένα για κάτι.

Να κοιτάει όλους όσους με κοκκινισμένα πρόσωπα μιλούσαν για τα πάθη τους.

Παρατηρούσε τις χειρονομίες τους και την ένταση αυτών στην προσπάθεια να πείσουν

κάποιον κάπου για κάτι.

Άκουγε τις φωνές τους δυνατές και σταθερές.

Βύθιζε το βλέμμα του στα μάτια που φλογίζονταν από το πάθος.

Διάβαζε βιβλία και κρυφά γράμματα για να μπορέσει να βρει και να δει τις λέξεις

εκείνες που ξεκολλάνε απ’ τις σελίδες και χοροπηδάνε πάνω στο χαρτί ζωντανές μπροστά του.

Έκλεινε τα μάτια κι άκουγε μουσικές παλιές μα που δεν υπήρξαν ποτέ.

Ένιωθε το εσωτερικό του σώματός του να ζεσταίνεται

κι άρχισε να κινείται γρήγορα αλλά όχι βιαστικά για να μη χάσει αυτή την αναστημένη ζεστασιά

Κίνηση ίσον ζωή, σκέφτηκε, χωρίς να είναι σίγουρος.

Ανοιγόκλεισε τα μάτια του και στα δευτερόλεπτα αυτά είδε ζωγραφισμένο μπροστά του ένα κύμα.

Τον τρόμαζε πολύ αλλά άφησε να τον σκεπάσει, να τον κουνήσει, να τον ξυπνήσει.

Έτσι μόνο θα μπορούσε να οδηγηθεί σε μια νέα όχθη. Μακριά από λιμάνια.

Στη διαδρομή ο Ταφ κατάλαβε ποιο είναι το καλύτερο πράγμα στη ζωή, αυτό που είχε χάσει.

Αδιαβροχοποιώντας τις ασχημάτιστες ακόμα σκέψεις του για να μην τις χάσει ποτέ, τις έντυσε με χρώμα λευκό -το πιο λευκό της σκέψης του- και τις φύλαξε καλά για να τον συνοδεύουν, στη σκιά και στο φως.

This entry was posted in Τα δικά μας κείμενα.. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s