Τα παιδιά των (γκέι) ανθρώπων

RiMVnbe2-768x464

(Αυτή η ιστορία είναι αληθινή. Συνέβη στην Νάξο πριν δέκα χρόνια, όταν ο ήλιος ακόμα έλαμπε κι οι Έλληνες τραγουδούσαν Παπαρίζου. Τότε περίπου γράφτηκε και το κείμενο που ακολουθεί. Το μεταφέρω αυτούσιο, παρά την εκνευριστική αφέλεια του αφηγητή.

Ως αντίβαρο στην αφέλεια του αφηγητή παραβάλλω τα σχόλια δυο εκ διαμέτρου αντίθετων χαρακτήρων, που έχουν ένα ουσιώδες κοινό: Τα ξέρουν όλα.)

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Τον πρωτοείδα –ή μάλλον με πρωτοείδε- στην παραλία γυμνιστών όπου συνήθιζα να περνάω τα απογεύματα μου. Ήμουν ξαπλωμένος ανάσκελα και διάβαζα όταν αντιλήφθηκα κάποιον να κάθεται κοντά μου -πιο κοντά απ’ ό,τι χρειαζόταν, αφού η παραλία ήταν άδεια.

Γύρισα και είδα τον Χένρι –τότε δεν ήξερα το όνομα του- να με κοιτάει προκλητικά. Προσπάθησα να τον αγνοήσω, αλλά ένιωθα τα μάτια του να τριγυρνούν στο επίμαχο γυμνό μέλος μου. Σκέφτηκα ότι μπορεί να ήταν η ιδέα μου μόνο και σήκωσα το κεφάλι. Όχι, δεν ήταν.

Δεν μου μίλησε, όμως κατάλαβα πώς νιώθουν οι γυναίκες όταν έχουν κάποιο ματάκια να παραβιάζει τη γαλήνη και τη μοναχικότητα τους. Ενοχλήθηκα τόσο πολύ που το πήρα απόφαση να φύγω λίγο νωρίτερα από την παραλία.

(Σχολιαστής Α: Το κατάλαβα εξ’ αρχής ότι θα ήταν ένα ομοφοβικό κείμενο. Ο στρέιτ που απειλείται από τον «ματάκια» γκέι. Αν ήταν γυναίκα που τον κοιτούσε δε θα «παραβίαζε τη γαλήνη και τη μοναχικότητα του», ε;

Σχολιαστής Β: Τι ομοφοβικός; Κρα, κάνει ο τύπος, αδελφάρα είναι. Γυμνισμός, διάβασμα, το «επίμαχο γυμνό μέλος». Πάλι καλά που δεν είχε πάρει και τη γάτα του στην παραλία. Εδώ υπάρχει ένας έρωτας μεγάλος, χαχαχα.)

Το ίδιο βράδυ ο Χένρι βρέθηκε στο μπαράκι όπου δούλευα, στον Κήπο. Είχε μεγάλα γατίσια μάτια που κοιτούσαν πονηρά. Μου ζήτησε ένα ποτήρι κρασί και με ρώτησε αν ήμουν στην παραλία το απόγευμα. Το παραδέχτηκα ότι ήμουν και πήγα στην άλλη μεριά της μπάρας να μιλήσω με το Γιώργο. Όμως δεν μπορούσα να τον αποφεύγω για πάντα. Άλλωστε ως επαγγελματίας έπρεπε να μιλάω με όλους τους πελάτες. Επέστρεψα, τον ρώτησα από πού είναι και το κουβάρι ξετυλίχτηκε.

(Σχολιαστής Α: Δεν μπορούσε να τον αποφεύγει για πάντα, μέχρι που σκέφτηκε ότι πληρωνόταν για να του μιλάει. Για τέτοιο επίπεδο ηθικής μιλάμε.

Σχολιαστής Β: Τι είπα για τη γάτα του; Μου θυμίζεις τη γάτα μου, γι’ αυτό, σε αγαπάω.)

Ο Χένρι ήταν πενήντα χρονών και –σε αντίθεση με τον Νόρμαν- καθόλου παροπλισμένος. Στις διακοπές του στα ελληνικά νησιά ψάρευε νεαρούς. Ήταν θηλυπρεπής κι από την αρχή της συζήτησης ξεκαθάρισε ότι ήταν ομοφυλόφιλος.

Είπε ακριβώς:
«Είμαι γκέι, φυσικά.»
«Ναι», του απάντησα, «το κατάλαβα.»

(Σχολιαστής Α: «Ψάρευε νεαρούς»!!! Αν ήταν στρέιτ ο Χένρι θα έγραφε για εκείνον ότι ψάρευε νεαρές; Ή ότι απλά τις φλέρταρε; Τα στερεότυπα σε όλο τους το μεγαλείο.

Σχολιαστής Β: Άλλο είναι το ζουμί της υπόθεσης. «Καθόλου παροπλισμένος». Και μετά θα μας γράψει πόσο μεγάλο ήταν το «όπλο» του.)

Δε θα έκανα το ίδιο λάθος να τον ρωτήσω αν οι γκέι ερωτεύονται [δες παλιότερο κείμενο «Γανυμήδης ή ο μπάρμαν που έκανε ηλίθιες ερωτήσεις»], έτσι προσέγγισα το θέμα από την κοινωνιολογική του πλευρά.

«Είναι εύκολο να είσαι γκέι στην Ολλανδία;» τον ρώτησα.

«Είναι σίγουρα πιο εύκολο από το να είσαι γκέι στην Ελλάδα. Γι’ αυτό ίσως στην Ολλανδία είμαστε τόσο πολλοί», είπε χαμογελώντας. «Ενώ εδώ… Κρύβεστε.»

«Νομίζω ότι είναι μόνο ένα μικρό ποσοστό του πληθυσμού.»

«Νομίζεις. Ξέρεις πόσοι Έλληνες παριστάνουν τους στρέιτ και με την πρώτη ευκαιρία εκδηλώνονται; Ειδικά όταν βρίσκονται διακοπές, που κανείς δεν τους ξέρει. Για να πω την αλήθεια η δική μου θεωρία λέει: Στρέιτ είναι μόνο αυτοί που δοκίμασαν την ομοφυλοφιλία και δεν τους άρεσε.»

(Σχολιαστής Α: Βεβαίως ο Χένρι είναι ένας σεξομανής που θέλει να τους πηδήξει όλους και δεν ερωτεύεται. Θεέ μου, τι κρετίνος! Δεν πρόκειται να ξαναδιαβάσω τον Γελωτοποιό.

Σχολιαστής Β: Φυσικά και είναι πιο εύκολο να είσαι γκέι στην Ολλανδία, γιατί εκεί είναι όλοι αδελφάρες με πτυχίο. Το αν οι Έλληνες παριστάνουν τους στρέιτ ας έρθουν οι Ολλανδοί να τους το εξηγήσω από κοντά.)

«Μάλλον τα παραλές. Δεν μπορεί να είναι όλοι οι άντρες–»

«Γιατί; Φοβάσαι μην είσαι κι εσύ… μεταλλαγμένος;» έκανε ο Χένρι.

«Δεν είμαι ομοφοβικός», του είπα. «Γνωρίζω πολλούς που είναι ομοφυλόφιλοι.»

«Κι εγώ γνωρίζω πολλούς που είναι μαύροι. Δεν είμαι ρατσιστής», είπε ο Χένρι και κατάλαβα ότι είχα να κάνω μ’ έναν πολύ έξυπνο άνθρωπο.

(Σχολιαστής Α: Ο Χένρι τον ισοπέδωσε. Και για να δικαιολογηθεί ο μπάρμαν παραδέχεται την ευφυΐα του «γκέι». Ναι, σωστά, οι γκέι δεν είναι καθυστερημένοι ούτε μεταλλαγμένοι. Τι ανακάλυψη!

Σχολιαστής Β: Εγώ δεν είμαι ομοφοβικός, αυτοί είναι πούστηδες, χαχαχα.)

«Τι δουλειά κάνεις;» τον ρώτησα.
«Είμαι δημοσιογράφος. Με τους δημοσιογράφους πως τα πας;»
«Τους αντιπαθώ.»
«Το ίδιο κι εγώ.»

Του έβαλα άλλο ένα κρασί και γέμισα το ποτήρι μου.

«Εντάξει», του είπα. «Δεν είμαι ο πιο απελευθερωμένος άνθρωπος του κόσμου, αλλά μ’ αρέσει να μαθαίνω.»
«Θα σε μάθω ό,τι θέλεις», είπε ο Χένρι και μου ‘κλεισε το μάτι.
«Όχι. Εννοούσα ότι μ’ αρέσει να μαθαίνω τις ιστορίες των άλλων.» Ακούμπησα πίσω και το έπαιξα άνετος. «Είναι ένα από τα πλεονεκτήματα της δουλειάς του μπάρμαν. Το άλλο είναι ότι πίνεις τζάμπα. Αλλά μ’ αρέσει να ακούω τους ανθρώπους να μου διηγούνται προσωπικές ιστορίες.»

«Κάτι σαν δημοσιογράφος, με άλλα λόγια», είπε ο Χένρι.
«Δεν έχεις άδικο. Κάτι τέτοιο είναι. Αλλά δεν βγάζω λεφτά.»
«Ερασιτέχνης δημοσιογράφος.»

(Σχολιαστής Α: Να μου διηγούνται προσωπικές ιστορίες για να τις αναρτώ μετά στο ίντερνετ. Απόλυτος ξεπεσμός.

Σχολιαστής Β: Κάτι μου λέει ότι του έμαθε πολλά ο Χένρι.)

«Τέλος πάντων. Να σε ρωτήσω κάτι που πάντα με έκανε να απορώ με τους γκέι;»
«Κι εσύ τι θα μου δώσεις;»
«Ένα ποτήρι κρασί.»
«Θα προτιμούσα κάτι πιο προσωπικό, αλλά δεν βιάζομαι.»

(Σχολιαστής Α: Ομοφοβίας συνέχεια. Ο γκέι θέλει σεξ και ο στρέιτ προσπαθεί να ξεφύγει.

Σχολιαστής Β: Αυτό που πάντα με έκανε να απορώ με τους γκέι είναι πώς αποφασίζουν ποιος θα κάνει τη γυναίκα, χαχαχα.)

Ήπια μια γερή γουλιά και σκέφτηκα την ερώτηση μου. Ο Χένρι περίμενε πιθανότατα ότι θα τον ρωτούσα κάτι πικάντικο, γι’ αυτό και φάνηκε να απογοητεύεται όταν με άκουσε να τον ρωτάω:
«Δεν σκέφτεσαι το γεγονός, δεν σε ενοχλεί, που ως ομοφυλόφιλος δε θα μπορέσεις να κάνεις παιδιά;»

Αντί για απάντηση άνοιξε το πορτοφόλι του και μου έδειξε τις φωτογραφίες δυο παιδιών.

«Τα παιδιά μου», είπε.
«Τα υιοθέτησες;»
«Όχι, είμαι ο φυσικός τους πατέρας.»
«Ε, τότε δεν είσαι ομοφυλόφιλος, είσαι αμφιφυλόφιλος.»
«Είμαι γκέι εκατό τοις εκατό. Αυτά τα παιδιά τα έκανα με την καλύτερη μου φίλη, η οποία είναι εξίσου γκέι με εμένα. Με τη σύντροφο της ήθελαν παιδιά. Έτσι τα μεγαλώνουμε όλοι μαζί.»

Ήπιε λίγο κρασί και έβγαλε άλλη μια φωτογραφία.

«Κι αυτοί», είπε, «είναι η κόρη μου με τον εγγονό μου. Την υιοθέτησα όταν ήταν δεκάξι χρονών. Εγώ τότε ήμουν τριάντα. Η Σέλμα ήταν εθισμένη.»
«Σε τι;»
«Στην ηρωίνη. Μεγάλωσε μαζί μου, έμεινε καθαρή και πριν λίγο καιρό μου έκανε και εγγονάκι.»

Έμεινα να κοιτάω τη φωτογραφία.

(Σχολιαστής Α: Ο γκέι απογοητεύεται γιατί περιμένει κάτι «πικάντικο», αλλά ο στρέιτ είναι υπεράνω και τον ρωτάει για τα παιδιά, σαν να θέλει να του δείξει ότι είναι κατώτερος επειδή δεν αναπαράγεται φυσιολογικά, όπως κάνουν οι φυσιολογικοί άνθρωποι. Πάλι καλά που δεν τον ρώτησε αν βιάζει τα παιδιά του.

Σχολιαστής Β: Ωραίες οικογένειες, πρότυπο! Δυο μαμάδες λεσβίες και ο μπαμπάς πούστης. Αυτά τα παιδιά θα γίνουν ψυχοπαθείς, στην καλύτερη των περιπτώσεων.)

«Αυτά που λες είναι πολύ καινούρια για μένα», του είπα μετά από λίγο. «Εδώ στην Ελλάδα είμαστε κάπως… οπισθοδρομικοί; Φυσικά δεν ξέρω τι γίνεται στις πόλεις και στις ανώτερες τάξεις. Εγώ είμαι από την επαρχία κι από μικροαστική οικογένεια. Στο σχολείο θυμάμαι ότι είχαμε μόνο ένα παιδί που έδειχνε γκέι. Έδειχνε, ξέρεις. Περπατούσε λίγο γυναικεία, ήταν λεπτεπίλεπτος και αδύνατος, προτιμούσε να παίζει με τα κορίτσια αντί να παίζει ποδόσφαιρο. Δεν ξέρω αν ήταν γκέι, γιατί άλλαξα σχολείο. Αλλά δεν περνούσε και πολύ καλά. Από την άλλη υπήρχαν οι μάγκες με τα μηχανάκια και τις σούζες, που καυχιόντουσαν ότι γαμούσαν πουστόγερους για να τους παίρνουν λεφτά. Μου έχει εντυπωθεί ένας που έδειχνε μια χρυσή αλυσίδα κι έλεγε ότι είχε γαμήσει έναν. Ο γέρος δεν του έδωσε αρκετά λεφτά, γι’ αυτό ο μάγκας τον πλάκωσε στις μπουνιές και του πήρε την αλυσίδα. Είχα αηδιάσει τότε.»

«Έπρεπε να του πεις ότι ήταν κι εκείνος πούστης, αφού γαμούσε πούστηδες», είπε ο Χένρι.

«Ήμουν δέκα χρονών και εκείνος δεκαοχτώ. Αν του έλεγα κάτι τέτοιο θα με σκότωνε στο ξύλο. Αλλά δεν έχεις κι άδικο. Νόμιζε ότι ήταν αντριλίκι να πηδάει άντρες, ενώ ουσιαστικά ήταν ομοφυλόφιλος. Πολύ θα ήθελα να μπορούσα να γυρίσω πίσω και να του το πω.»

(Σχολιαστής Α: Αυτός που «έδειχνε γκέι» δεν περνούσε πολύ καλά επειδή έπρεπε να αντιμετωπίσει την ανοησία και την προκατάληψη των συμμαθητών του. Κι αναρωτιέμαι γιατί είχε αηδιάσει ο μπάρμαν. Επειδή ο «μάγκας» έδειρε τον γέρο ή επειδή τον είχε πηδήξει;

Σχολιαστής Β: Καλά έκανε και τον έδειρε. Βρομόπουστα.)

«Θα σ’ έδερνε», είπε ο Χένρι. «Αυτοί οι άνθρωποι, που δεν αποδέχονται την ομοφυλοφιλία τους, είναι οι χειρότεροι. Το ξέρω. Το έχω περάσει πολλές φορές. Ακόμα κι εδώ, στην Ελλάδα.»

«Τι έγινε;»

«Μου την έπεσαν σε ένα νησί κάτι πιτσιρικάδες, μεθυσμένοι. Ήταν καμιά δεκαριά. Στην αρχή μ’ έβριζαν και δε μ’ άφηναν να περάσω. Εγώ έκανα τον αδιάφορο, ώσπου με έσπρωξε κάποιος από πίσω. Έπεσα κάτω… Αυτό ήταν. Ορμήσανε πάνω μου και άρχισαν να με κλωτσάνε. Σαν λυσσασμένα σκυλιά έκαναν. Δεν ξέρω γιατί.» Ο Χένρι κοίταξε το αμπέλι πάνω από τον Κήπο. «Βαρούσαν όπου βρουν. Αλλά πιο πολύ με κλωτσάγανε στον κώλο. Λες κι ήθελαν να με γαμήσουν με τα πόδια τους… Έμεινα λίγο καιρό στο νοσοκομείο.»

Με κοίταξε και χαμογέλασε σαν να ήθελε να αλλάξει θέμα –ή να αποσυμφορήσει την κατάσταση.

«Δεν πέθανα πάντως», είπε κι άδειασε το ποτήρι του.

(Σχολιαστής Α: Δεν ξέρω αν είναι αληθινό περιστατικό αυτό που περιγράφει, αλλά καθόλου περίεργο δε μου φαίνεται.

Σχολιαστής Β: Σίγουρα θα τους την έπεσε, αλλιώς δεν θα τον κλωτσούσαν χωρίς λόγο. Κι εγώ το ίδιο θα έκανα αν δεν καταλάβαινε ότι δεν τον γουστάρω. Και λίγες έφαγε.)

Του πρόσφερα τσιγάρο, αλλά αρνήθηκε. Ζήτησε ένα ακόμα κρασί.

«Εμείς οι Έλληνες είμαστε βάρβαροι ακόμα», του είπα. «Οι πρόγονοι μας επινόησαν τον όρο βάρβαροι, μάλλον για να περιγράψουν τους απογόνους τους.»

«Ανελεύθεροι είστε, εγκλωβισμένοι στις παραδοσιακές σας αρχές. Ίσως τα παιδιά σας να καταφέρουν να δείξουν ποιοι πραγματικά είναι. Εσείς προσπαθείτε να είστε ό,τι σας ζητάνε. Πολλή οικογένεια.»

«Δεν είναι κακό πράγμα η οικογένεια.»

«Εξαρτάται την οικογένεια. Αν αφήνει τα παιδιά να κάνουν επιλογές πέρα από αυτά που οι γονείς θέλουν.»

(Σχολιαστής Α: Δεν του φταίει η μαμά του και τα ταπεράκια που του έστελνε, αλλά η κοινωνία. Πάντα σε κάποιον άλλον θα ρίξουμε την ευθύνη, σε κάποιον ασώματο. Εμείς –και η μαμά- δεν φταίμε σε τίποτα.

Σχολιαστής Β: Ναι, ξέρω και τους Ολλανδούς πως είναι που δεν πιστεύουν στην οικογένεια. Ποιοι νομιμοποίησαν τις προάλλες το κόμμα των παιδεραστών; Καριόληδες, θα σας γαμήσουν οι Έλληνες.)

«Εμένα, πάντως, ο πατέρας μου μού έλεγε ότι μπορώ να γίνω ό,τι θέλω. Αρκεί να μη γίνω πούστης, κομμουνιστής και ναρκομανής», είπα και γελάσαμε.

«Οι πατεράδες είναι δύσκολοι», είπε ο Χένρι. Ήπιε λίγο κρασί και με κοίταξε. Μετά ήπιε λίγο ακόμα –σαν να προσπαθούσε να το πάρει απόφαση να μιλήσει.

«Με ρώτησες πριν αν είναι δύσκολο στην Ολλανδία. Δεν μπορείς να καταλάβεις πόσο δύσκολο είναι. Ξέρεις τι είναι να μη σε δέχεται ο πατέρας σου; Να σου λέει, εγώ δε θέλω τέτοιο γιο, και να σε διώχνει από το σπίτι στα δεκάξι, αδιαφορώντας αν θα γίνεις τζάνκι ή πόρνη; Έκανα πολύ περισσότερα απ’ τον αδελφό μου. Σπούδασα, έκανα καριέρα, έβγαλα λεφτά, είμαι όσο καλύτερος πατέρας μπορώ. Όμως ποτέ δεν δέχτηκε να με ξαναδεί. Δεν υπήρχα γι’ αυτόν, δεν τον ένοιαζε. Μέχρι να πεθάνει δε μου ξαναμίλησε.» Έβγαλε ένα σκουπιδάκι απ’ το γατίσιο μάτι του και προσπάθησε να χαμογελάσει. «Δε με πειράζει. Αφού έτσι ήθελε.»

(Σχολιαστής Α: Και ο γιος τα τήρησε όλα, όπως του είπε ο πατέρας του. Έγινε ομοφοβικός, νεοναζί και αλκοολικός.

Σχολιαστής Β: Και ο γιος έκανε το αντίθετο, απ’ όσα του είπε ο πατέρας του: Έγινε πούστης, κομμούνι και χασίκλα.)

Για μια στιγμή σκέφτηκα μήπως είχα ξαναφανεί αδιάκριτος, όπως με τον Νόρμαν. Όμως κατάλαβα ότι ο Χένρι ήθελε να μου μιλήσει, ήθελε να πει ό,τι είπε. Δεν ήταν η πειθώ μου που τους έκανε να μιλάνε. Όλοι οι άνθρωποι ήθελαν να μιλήσουν σε κάποιον και ο αλλοδαπός μπάρμαν –σε ένα μικρό μπαρ, σε ένα μικρό νησί, στις διακοπές τους- ήταν η πιο ανώδυνη επιλογή. Ήμουν κάτι σαν δεξαμενή αποβλήτων γι’ αυτούς; Γιατί μου ανοίγονταν οι πελάτες; Είναι τόσο δύσκολο να βρεις κάποιον να σε ακούσει;

(Σχολιαστής Α: Όπως κατάλαβα από την αρχή αυτό ήταν ένα ξεκάθαρο κείμενο ομοφοβίας και μισαλλοδοξίας. Πραγματικά δεν πρόκειται να ξαναμπώ σ’ αυτό το μπλοκ.

Σχολιαστής Β: Βρόμισε ο τόπος με αυτούς τους δήθεν προοδευτικούς άπλυτους που γράφουν ό,τι μαλακία τους έρθει για να δείξουν πόσο γαμάτοι τύποι είναι. Μια πουστάρα είσαι και αλήθεια δεν πρόκειται να ξαναμπώ σ’ αυτό το μπλοκ.)

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Η φωτογραφία είναι της Sally Man, “Candy Cigarette”

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Γελωτοποιός http://sanejoker.info/

Advertisements
This entry was posted in Είδαμε κι ακούσαμε. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s