Ένα μικρό θαύμα

5159027700_fa8d9e26c7

Είμαι η τελευταία που θα υπερασπιστεί το μελόδραμα, πόσο μάλλον κάποια που υποκύπτει άκριτα στην όποια γοητεία του. Πλην όμως, φέτος συμμετείχα σ’ ένα μικρό θαύμα (ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο – μην πάει ο νους σας σε τίποτα μεταφυσικά μεγαλεία) που νομίζω ότι αξίζει να το μοιραστώ μαζί σας. Μια μικρή υποχώρηση μπροστά στο πνεύμα των ημερών ποτέ δεν χάλασε κανέναν.

Το σπίτι μου είναι πέρα από το ποτάμι, στο φαρ ουέστ της Αθήνας. Ο δρόμος μας μέχρι τη δεκαετία του ’90 ήταν τυπικά προαστιακός: κάμποσες μονοκατοικίες, πολλά διώροφα, λίγα μαγαζιά. Γειτονιά. Πριν από 25 χρόνια έγινε πεζόδρομος και άλλαξε ριζικά, ακολουθώντας την τάση εκείνης της τρελά καταναλωτικής εποχής: πολλά μαγαζιά με ρούχα, είδη δώρων, υπολογιστές και κινητά τηλέφωνα, καφετέριες με τραπεζάκια έξω και φαγάδικα κάθε λογής. Οι κάτοικοι άρχισαν να την κάνουν για πιο σικ συνοικίες, είτε γιατί ανέβαιναν κοινωνικά (δηλαδή, οικονονικά) είτε γιατί δεν άντεχαν τη φασαρία, που όντως είχε αρχίσει να γίνεται πρόβλημα: δεν ήταν πια δρόμος για να μεγαλώνεις παιδιά.

Σήμερα μόνο τρεις οικογένειες έχουν ξεμείνει από τις παλιές, εκείνες που ήξερα από παιδί. Ο δρόμος μας είναι καθαρά εμπορικός πια. Υπάρχουν κάποιοι νέοι κάτοικοι στα παλιά σπίτια, κυρίως μετανάστες, μεροκαματιάρηδες. Με τα ενοίκια σε ελεύθερη πτώση, βρίσκουν και οι κακοπληρωμένοι κάπου να χωθούν. Από την άλλη μεριά, λόγω της κρίσης, πολλά μαγαζιά έχουν κλείσει. Ο δρόμος μας έχει αλλάξει για άλλη μια φορά μέσα σε λίγες δεκαετίες πρόσωπο. Από το καλοκαίρι που μας πέρασε έχουμε αποκτήσει και τον δικό μας άστεγο – ας τον πω «κύριο Χρήστο».

Ο κύριος Χρήστος εμφανίστηκε ξαφνικά στη γειτονιά. Εξηντάρης, αλλά έδειχνε μεγαλύτερος. Ψηλός κι αδύνατος, στραπατσαρισμένο σκαρί. Ερχόταν όταν έπεφτε ο ήλιος και κοιμόταν σ’ ένα παγκάκι πολύ κοντά στην εξώπορτα του σπιτιού μου. Ο αττικός καιρός τού επέτρεπε τη διανυκτέρευση κάτω από τ’ αστέρια. Ουδείς ασχολήθηκε μαζί του, ούτε κι ενοχλήθηκε όμως. Μετά το αρχικό σοκ («άστεγος στα μέρη μας, εκεί φτάσαμε!»), συνηθίσαμε να τον βλέπουμε να έρχεται με τα συμπράγκαλά του κάθε βράδυ και να πέφτει ξερός στο παγκάκι. Δεν ενοχλούσε ο άνθρωπος, οπότε τον αφήσαμε στην ησυχία του.

Μια μέρα, έπιασα την κουβέντα με τον Σαμίρ, τον Σύρο που είχε πρόσφατα ανοίξει ένα μαγαζάκι με φαλάφελ εκεί δίπλα. Τον είχα δει ένα βράδυ πριν κλείσει να πηγαίνει μια μερίδα ρεβυθοκαφτέδες στον άστεγο και σκέφτηκα να τον ρωτήσω τι ήξερε γι’ αυτόν, γιατί δεν είχα το θάρρος να πάω να ρωτήσω τον ίδιο ευθέως. Ο Σαμίρ (δεν είναι αυτό το πραγματικό του όνομα – κανένα όνομα δεν είναι πραγματικό) ήταν που μου είπε ότι τον άστεγο κύριο τον λένε Χρήστο, «καλός άνθρωπος, βασανισμένος». Μπήκε στην κουβέντα μας και ο Μηνάς, αυτός που έχει το τυροπιτάδικο παραδίπλα, και επιβεβαίωσε τα λεγόμενα του Σαμίρ. Ο Στάθης, παλιός καταστηματάρχης της γειτονιάς (γυναικεία αξεσουάρ), είδε το πηγαδάκι και πλασαρίστηκε για να μη χάσει. Και μας είπε κάτι που το δεν το είχαμε σκεφτεί: από τότε που είχε εμφανιστεί ο κύριος Χρήστος είχαν σταματήσει οι βανδαλισμοί.

Στις αρχές του καλοκαιριού, μια παρέα πιτσιρίκια είχαν σε τουλάχιστον τρεις περιπτώσεις κάνει επιδρομή στη γειτονιά, πάντα τις μικρές ώρες, και είχαν προκαλέσει διάφορες ζημιές: έσπασαν τζάμια και λάμπες, κατέβασαν διακοσμητικά, ρήμαξαν γυψοσανίδες, ξερίζωσαν δεντράκια, έγραψαν ακατανόητα και ακαλαίσθητα συνθήματα σε τοίχους, τέτοια. Ένα βράδυ τα είχα δει: εφηβάκια και μάλιστα πιωμένα. Δεν μου πήγε να πάρω τηλέφωνο την αστυνομία – πώς να σημαδέψεις τη ζωή κάποιου για παιδιάστικες ανοησίες; Ούτε και τόλμησα να βγω να τα διώξω: έχω μαύρη ζώνη, αλλά είναι αφοδράριστη. Πάντως, συμφωνήσαμε όλοι σε ένα πράγμα: όντως τα κρούσματα βανδαλισμού είχαν σταματήσει από τότε που ο κύριος Χρήστος είχε κάνει κατάληψη στο παγκάκι μας. Κράτησα την πληροφορία στο πίσω μέρος του μυαλού μου.

Την ίδια μέρα, αποφάσισα να κόψω το κάπνισμα. Μοιάζει άσχετο, αλλά δεν είναι. Θυμήθηκα έναν φίλο μου που συχνά-πυκνά λέει ότι αν έβρισκε τη δύναμη να το κόψει, θα πήγαινε κάθε μέρα στο περίπτερο και θα πλήρωνε το αντίτιμο του πακέτου χωρίς να το παίρνει. Με αυτό εννοεί ότι το πρόβλημα –για εκείνον, τουλάχιστον– δεν είναι το οικονομικό, αλλά ο εθισμός στη νικοτίνη. Σκέφτηκα, λοιπόν, να προσπαθήσω να κόψω το τσιγάρο. Το κίνητρο που βρήκα ήταν να πηγαίνω το πακέτο που μου αναλογούσε ημερησίως στον κύριο Χρήστο – για όσο καιρό θα κατάφερνα να μείνω μακριά από το κάπνισμα. Το ’πα και το ’κανα: πήρα το πακέτο και περίμενα να βραδιάσει για να κάνει την εμφάνισή του ο κύριος Χρήστος. Όταν ήρθε και βολεύτηκε στο παγκάκι του, βγήκα με τα τσιγάρα στο χέρι και τον πλησίασα. Του εξήγησα το “πρότζεκτ”. Με κοίταξε καλά-καλά, με ευχαρίστησε και μου είπε ότι δεν καπνίζει, αλλά τα τσιγάρα ευχαρίστως θα τα έπαιρνε γιατί του ήταν χρήσιμα (αργότερα κατάλαβα ότι τα αντάλλασσε – άλλη η ζωή στους δρόμους). Με την ευκαιρία, συστηθήκαμε και, με όσο τακτ διέθετα, τον ρώτησα πώς και είχε βρεθεί στο δρόμο. «Κάποτε είχα οικογένεια, σπίτι, δουλειά. Πάνε αυτά τώρα». Αυτό όλο κι όλο. Δεν επέμεινα. Το μόνο που τον ρώτησα ήταν πώς τα βόλευε από πρακτικής άποψης. Για παράδειγμα, που εξαφανιζόταν το πρωί; Πού έκανε μπάνιο; Που έπλενε τα ρούχα του; (Γιατί, για άστεγος, ήταν σε καλή κατάσταση ως προς τα ζητήματα προσωπικής υγιεινής.) Μου είπε ότι τα πρωινά τα περνούσε στο πάρκο, αλλά αγριευόταν να κοιμηθεί εκεί τη νύχτα. Κατά άλλα, ο φύλακας στο δημοτικό κολυμβητήριο ήταν καλός άνθρωπος και τον άφηνε να χρησιμοποιεί τις εγκαταστάσεις όταν δεν ήταν κανείς άλλος εκεί, και ο νεαρός που είχε το καθαριστήριο εδώ παρακάτω του έπλενε τα ρούχα με αντάλλαγμα κανένα θέλημα, μία στις τόσες. Ώστε γίνονται και τέτοια κάτω από τη μύτη μας; Πού να το φανταστώ! Το κράτησα κι αυτό στο πίσω μέρος του μυαλού μου.

Αυτή η ιστορία συνεχίστηκε για μήνες. Όσο δεν κάπνιζα, πήγαινα σχεδόν καθημερινά στο παγκάκι με το πακέτο μου και του το έδινα. Δεν μου πήγαινε να του δώσω λεφτά, δεν ξέρω γιατί. Ούτε και να τον βολέψω κάπου μέσα στο σπίτι μου γινόταν – δεν έχω φτάσει σε τέτοιο επίπεδο αλτρουισμού. Ούτε και φαγητό δεχόταν να του πηγαίνω, γιατί τον φρόντιζαν αυτοί που είχαν φαγάδικα τριγύρω (αλήθεια ήταν: από φαγητό δεν είχε παράπονο). Κάποτε, όμως, άρχισαν τα κρύα. Ζόριζε η κατάσταση. Ένα βράδυ που έβρεχε, πρόσεξα ότι ο κύριος Χρήστος είχε πέσει με το σλίπινγκ μπαγκ που του είχα χαρίσει (απομεινάρι από τα ηρωικά καλοκαίρια της νιότης μου και άχρηστο πλέον για μένα) στην εσοχή μιας βιτρίνας για να μη βρέχεται. Έμεινα ξάγρυπνη εκείνη τη νύχτα. Αλλά χαλάλι, γιατί κάτι κατέβασε το ξερό μου.

Την επομένη συγκάλεσα συνέλευση γειτόνων πόρτα-πόρτα. Μαζευτήκαμε το απόγευμα στην καφετέρια του Γιώργου: ο Στάθης, ο Μηνάς, ο Σαμίρ και άλλοι, καμιά ντουζίνα συνολικά. Θυμόμουν ότι πριν από την κρίση, στη γειτονιά τις νύχτες υπήρχε φύλακας, κυρίως για να προσέχει τα τραπεζοκαθίσματα, τον οποίον πλήρωναν από κοινού οι καφετέριες και τα ουζερί. Ρώτησα να μου πουν τι απέγινε. Μου εξήγησαν ότι επειδή κάποια μαγαζιά έκλεισαν το κόστος του φύλακα δεν μπορούσαν να το σηκώσουν τα υπόλοιπα, οπότε φύλακας τέλος. Εξού και οι βανδαλισμοί του καλοκαιριού. Εκεί απάνω τους επανέλαβα τη διαπίστωση του Στάθη: από τότε που είχε εμφανιστεί ο κύριος Χρήστος, οι ασχήμιες είχαν κοπεί. Συμφώνησαν όλοι ότι αυτό ίσχυε. Μετά, τους είπα ότι το κράτος είμαστε εμείς. Εδώ χρειάστηκε να επεκταθώ λιγάκι για να γίνω κατανοητή: ανεξάρτητα από τους λόγους που το κράτος (ή ο δήμος) κάνει ή δεν κάνει κάτι γι’ αυτούς που έχουν ανάγκη, η κοινότητα πρέπει να αναλαμβάνει τις ευθύνες της. L’état, c’est nous, τρόπον τινά. (Έτσι το είπα, στα γαλλικά – και πιάνο θα τους έπαιζα στην ανάγκη.) Δεν μιλούσα για φιλανθρωπία (τι απαίσια λέξη!), αλλά για συλλογική δράση, για άμεσες λύσεις, όταν περνάει από το χέρι μας. Για παράδειγμα, γιατί να μην διορίσουμε τον κύριο Χρήστο επισήμως φύλακα και να του κόψουμε κι έναν μισθό; Θα αναλάμβανα να πείσω και τους κατοίκους να συνεισφέρουν, να μην πληρώνουν μόνο οι μαγαζάτορες. Το κόστος ήταν αστείο, λιγότερα από 20 ευρώ τον μήνα ο καθένας ήταν υπεραρκετά. Όλοι συμφώνησαν με τη μία: ο κύριος Χρήστος ήταν σε όλους συμπαθής. Όμως, πού θα έμενε; Γιατί, αν ήταν να περιπολεί τις νύχτες, τα πρωινά κάπου θα έπρεπε να κοιμάται ο άνθρωπος. «Αυτό αφήστε το πάνω μου», τους είπα. Κάτι είχα σκεφτεί.

Πήγα και βρήκα τον παιδικό μου φίλο, τον Άρη. Είχε μετακομίσει πολλά χρόνια πριν στα νότια προάστια και το πατρικό του το νοίκιαζε. Ήταν ένα διώροφο· ένα μεγάλο μαγαζί κάτω, ένα τεσσάρι διαμέρισμα πάνω. Ήξερα ότι υπήρχε μια γκαρσονιέρα πίσω από το μαγαζί, στην οποία μέχρι και τη δεκαετία του ’80 κοιμόταν τα βράδια η ψυχοκόρη της οικογένειας, εκείνη που ουσιαστικά μεγάλωσε τον Άρη και τ’ αδέρφια του. Τον ρώτησα αν η γκαρσονιέρα υπήρχε ακόμα κι αν ήταν άδεια. Υπήρχε, μου είπε, αλλά ήταν σε κακό χάλι. Δεν τη νοίκιαζε πια, γιατί το όφελος θα ήταν πολύ μικρότερο από τον μπελά. Κατανοητό. Μήπως να μας την παραχωρούσε για να στεγάσουμε τον φύλακά μας; Αφού του εξήγησα την κατάσταση, δέχτηκε χωρίς δεύτερη σκέψη.

Μια Κυριακή πρωί, μαζευτήκαμε καμιά δεκαριά ψυχωμένοι και καθαρίσαμε το δωματιάκι, το βάψαμε, το κάναμε κούκλα. Μέχρι και την κουζινίτσα εξοπλίσαμε: ένα ψυγειάκι του γιου ενός που σπούδαζε στην Πάτρα αλλά είχε πια επιστρέψει πτυχιούχος, ένα φουρνάκι με μάτια που μάζευε σκόνη σε κάποια αποθήκη, πιατικά κ.λπ. από τα περισσευούμενα. Φωνάξαμε υδραυλικό να φέρει στα ίσα του το μπάνιο, συνδέσαμε και το ρεύμα. Έπιπλα επίσης εκ των ενόντων: από κάποιο εξοχικό που δεν πατούσε πλέον κανένας φέραμε κρεβάτι, ντουλάπα, τραπέζι, καρέκλες. Κι ένα ηλεκτρικό καλοριφέρ από τα αζήτητα. Έτοιμο το δωματιάκι!

Ένα βράδυ στα μέσα του Νοέμβρη, περιμέναμε σύσσωμοι τον κύριο Χρήστο, στον οποίο δεν είχαμε ακόμα πει κουβέντα για το σχέδιό μας. Ανυπομονούσαμε. Και χαζογελάγαμε, σαν να είχαμε κάνει σκανταλιά χωρίς να μας πιάσουν. Πρωτόγνωρη αίσθηση. Αυτή η ιστορία έφερε κοντά ανθρώπους που πριν είχαν, στην καλύτερη περίπτωση, μια τυπική καλημέρα. Είχαμε ξαναγίνει γειτονιά!

Όταν επιτέλους εμφανίστηκε  ο κύριος Χρήστος με τα υπάρχοντά του σε μια ταλαιπωρημένη βαλίτσα και το σλίπινγκ μπαγκ κρεμασμένο στον ώμο, τον καλωσορίσαμε με τρόπο που τα έχασε ο άνθρωπος: σαρπράιζ πάρτι στο δρόμο. Αρχίσαμε να του εξηγούμε όλοι μαζί, τον τρελάναμε. Όταν κατάλαβε τι του λέγαμε, το βουλώσαμε και περιμέναμε την αντίδρασή του. Άφησε κάτω τη βαλίτσα και μας αγκάλιασε έναν-έναν. Δεν ειπώθηκε κουβέντα. Δεν χρειαζόταν.

Τον πήγαμε στο νέο του σπίτι και τον ξεναγήσαμε. Γέμισε το δωματιάκι καλή διάθεση. Ανοίξαμε κι ένα μπουκάλι ουίσκι που είχαμε φέρει επί τούτου, για να το “βρέξουμε”. Τσουγκρίσαμε, είπαμε τα καλορίζικα και ευχές για καλές γιορτές. Γελάσαμε όσο δεν είχαμε γελάσει όλη τη χρονιά – και τι χρονιά ήταν αυτή! Στο τέλος, του δώσαμε τον πρώτο του μισθό προκαταβολικά, για τα πρώτα του έξοδα, και τον αφήσαμε να βολευτεί, σαν στο σπίτι του.

Από εκείνη τη μέρα, ο κύριος Χρήστος τις νύχτες περιπολεί στη γειτονιά και την ημέρα ξεκουράζεται. Έχει ξαναβρεί το χαμόγελό του. («Η πείνα και το κρύο δεν είναι τίποτα μπροστά στην ντροπή», μού είχε πει εκείνο το ιστορικό βράδυ της εγκατάστασης και πρόσληψής του.) Αλλά και οι υπόλοιποι εμπλεκόμενοι αισθανόμαστε καλύτερα. Εξασφαλίστηκε η ησυχία μας, από κάθε άποψη. Δεν είναι ότι κάναμε κάτι σπουδαίο, αλλά μέχρι να λύσουμε (αν ποτέ το λύσουμε) το πρόβλημα συνολικά, ως κοινωνία –όπως και είναι το σωστό, άλλωστε–, είπαμε να κάνουμε το λίγο μας αναλογεί ως κοινότητα ανθρώπων. Όσο για μένα, μπόρεσα επιτέλους να ξαναρχίσω το κάπνισμα χωρίς τύψεις.

–της Μαρίκας Τσεβά–

dimartblog.com

Advertisements
This entry was posted in Είδαμε κι ακούσαμε. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s