«Το καφενείο στην άκρη του κόσμου» |Τζων Στρελέτσκι

DSC_0923

«Το καφενείο στην άκρη του κόσμου: Μια ιστορία για το νόημα της ζωής» του Τζων Στρελετσκι πραγματεύεται με έναν πολύ ενδιαφέροντα τρόπο το δρόμο πως την προσωπική αλλαγή, ώστε να ζούμε μια ζωή γεμάτη νόημα.

Ο Τζων αναλύοντας τρεις βασικές ερωτήσεις που βλέπει στο μενού του καφενείου που σταματά στη μέση του πουθενά και συζητώντας με τους ανθρώπους του μυστήριου αυτού καφενείου, οδηγείται σταδιακά σε σκέψεις και προβληματισμούς σχετικά με τη ζωή και το νόημα αυτής.

Όπως παραδέχεται ποτέ πριν δεν είχε προβληματιστεί γιατί ήρθε σ´ αυτή τη ζωή και αναρωτιέται: “Αν όλα όσα θεωρούσα τόσο σημαντικά δεν έχουν καμία σημασία, τότε τι έχει σημασία;” “Ποιο είναι το νόημα και ο σκοπός της ύπαρξής μου;” “Γιατί είμαι εδώ;” Σε αυτά απαντά η σερβιτόρα Κέιζι: «Η ζωή ολόκληρη είναι μια καταπληκτική ιστορία Τζων! Απλώς μερικοί άνθρωποι δεν αντιλαμβάνονται ότι είναι οι συγγραφείς της, οτι μπορούν να γράψουν την ιστορία όπως θέλουν»

Περιγραφή:

Σ ένα μικρό καφενείο στην άκρη του κόσμου ο Τζων, ένας διαρκώς στρεσαρισμένος γιάπης, αντιμετώπισε κάποιες ερωτήσεις σχετικά με το νόημα της ζωής. Οι ερωτήσεις αυτές τον ταξιδεύουν νοερά πολύ μακριά από το γραφείο του, σε μια παραλία της Χαβάης . Ταυτόχρονα αλλάζει η η στάση του απέναντι στη ζωή και στις σχέσεις του, και ανακαλύπτει πόσο πολλά μπορεί να μάθει κανείς από μια πράσινη θαλάσσια χελώνα. Έτσι τελικά το ταξίδι αυτό μετατρέπεται σε ταξίδι μέσα στον εαυτό του.

Ένα τυχαίο γεγονός άλλαξε τη ζωή του Τζων Στρελέτσκι και τον ενέπνευσε σε ηλικία 33 ετών να γράψει την ιστορία του » καφενείου στην άκρη του κόσμου». Το βιβλίο μπήκε αμέσως στις λίστες των μπεστ-σέλερ και σκαρφάλωσε στην κορυφή, ματαφράστηκε σε 26 γλώσσες κι έγινε γνωστό, σ ολόκληρο τον κόσμο.
Με τη δημοσιογραφική του δουλειά καθώς και με ομιλίες και συνεντεύξεις στο ραδιόφωνο και στην τηλεόραση , ο Τζων Στρελέτσκι έχει εμπνεύσει εκατομμύρια ανθρώπους να διαμορφώσουν τη ζωή τους σύμφωνα με τις δικές τους παραστάσεις.
Θεωρείται πως είναι μέσα στα εκατό πρωτοπόρα πνεύματα με τη μεγαλύτερη επιρροή στον τομέα της ανάπτυξης της προσωπικότητας και της καθοδήγησης των ανθρώπων.

Αυτό το γεμάτο ζωή, χιούμορ και ιδέες βιβλίο έχει γίνει παγκόσμιο μπεστ-σέλερ κι έχει μεταφραστεί σε 26 γλώσσες.

9789602358573-200-0769384

Πρόλογος:

Μερικές φορές, χωρίς να το περιμένουμε, και μόνο επειδή το ’χουμε μεγάλη ανάγκη, βρισκόμαστε σ’ έναν άγνωστο τόπο, με άγνωστούς μας ανθρώπους, κι εκεί μαθαίνουμε καινούργια πράγματα. Εγώ έζησα κάτι τέτοιο μια νύχτα, σ’ ένα σκοτεινό κι ερημικό δρομάκι. Τώρα που το ξανασκέφτομαι, θα έλεγα ότι η κατάσταση τη στιγμή εκείνη ήταν συμβολική για την τοτινή μου ζωή. Όσο χαμένος ένιωθα στο δρόμο εκείνο, άλλο τόσο χαμένος ένιωθα και στη ζωή μου. Δεν ήξερα προς τα πού πήγαινα ούτε γιατί πήγαινα εκεί που πήγαινα.

Είχα πάρει μια βδομάδα άδεια για να ξεφύγω από τη δουλειά μου κι απ’ όλα τα συμπαρομαρτούντα. Όχι πως το επάγγελμά μου ήταν απαίσιο, αν και υπήρχαν πράγματα που με απογοήτευαν. Το χειρότερο όμως ήταν που τις περισσότερες μέρες αναρωτιόμουνα αν στη ζωή μου θα είχα κάτι παραπάνω, από να περνάω καθημερινά δέκα με δώδεκα ώρες στο γραφείο, πράγμα που πιθανότατα συνεπάγεται τη συρρίκνωση της ημέρας σε δώδεκα με δεκατέσσερις ώρες.

Στο λύκειο προετοιμαζόμουνα για το πανεπιστήμιο. Στο πανεπιστήμιο προετοιμαζόμουνα για τον κόσμο της εργασίας. Κι από τότε ροκάνιζα το χρόνο μου, δουλεύοντας σκληρά για την εταιρεία μου. Μήπως όλοι οι άνθρωποι που με είχαν οδηγήσει στο δρόμο αυτό, επαναλάμβαναν απλώς αυτό, που κάποιο άλλοι τους είχαν επιβάλει κάποτε στη ζωή τους;
Βέβαια, οι συμβουλές τους δεν ήταν κακές, αλλά σίγουρα δεν ήταν αυτό που θα μπορούσε να σε γεμίσει. Είχα την αίσθηση πως όλο και περισσότερο αντάλλασσα τη ζωή μου με χρήματα, κι αυτό δε μου φαινόταν καθόλου καλό. Κοντολογίς, η κατάστασή μου όταν βρέθηκα στο «Καφέ-Γιατί», ήταν πολύ συγκεχυμένη.

Όταν διηγούμαι την ιστορία σε άλλους, πέφτουν αμέσως οι χαρακτηρισμοί «απόκοσμο» και «φανταστικό», ή όλο και κάποιος με παραπέμπει στην τηλεοπτική Ζώνη του λυκόφωτος. Στη σειρά αυτή οι άνθρωποι πηγαίνουν σε κάποιους φαινομενικά εντελώς συνηθισμένους τόπους, που συχνά αποκαλύπτονται σαν κάτι το εντελώς διαφορετικό. Είναι κάποιες φορές που πιάνω τον εαυτό μου ν’ αναρωτιέται για μια στιγμή, αν αυτό που μου συνέβη ήταν πράγματι αληθινό. Τις στιγμές αυτές πηγαίνω στο σπίτι κι ανοίγω το συρτάρι του γραφείου μου και διαβάζω αυτά που είναι γραμμένα στον κατάλογο του καφενείου, που μου τον έδωσε η Κέιζι. Και βλέπω ότι όλα ήταν πραγματικά.

Δεν προσπάθησα ποτέ να ξαναπάρω τον ίδιο δρόμο και να ξαναβρώ το καφενείο. Ανεξάρτητα πάντως από το πόσο αληθινή ήταν εκείνη η βραδιά, κάτι μέσα μου θέλει να πιστεύει ότι το καφενείο δε θα είναι πια εκεί. Ότι εκείνη τη στιγμή, εκείνη τη νύχτα, το βρήκα επειδή έτσι έπρεπε να γίνει, κι αυτός ήταν κι ο μοναδικός λόγος που υπήρχε.

Ίσως κάποια μέρα προσπαθήσω να επιστρέψω εκεί. Ή κάποιο βράδυ να βρεθώ ξαφνικά μπροστά του. Τότε ίσως να μπω μέσα και να διηγηθώ στην Κέιζι, τον Μάικ και την Άννα –αν είναι κι αυτή ακόμα εκεί– το πώς αυτή η νύχτα στο καφενείο άλλαξε τη ζωή μου. Ότι οι ερωτήσεις, με τις οποίες με αντιμετώπισαν, με οδήγησαν σε σκέψεις και διαπιστώσεις, που ξεπερνούσαν κατά πολύ τους μέχρι τότε προβληματισμούς μου.

Ποιος ξέρει, ίσως τότε να περάσω ολόκληρο το βράδυ συζητώντας με κάποιον που θα έχει χάσει επίσης τον προσανατολισμό του και θα έχει βρεθεί στο «Καφέ-Γιατί». Ίσως πάλι να γράψω ένα βιβλίο για την περιπέτειά μου αυτή, και να διηγηθώ όλα τα σχετικά μ’ αυτό το καφενείο στην άκρη του κόσμου.

Απόσπασμα από το βιβλίο:

«Κάθε μέρα σκοτωνόμουνα στη δουλειά, κι ύστερα πάσχιζα να ισοσκελίσω την απουσία ελεύθερου χρόνου προσφέροντας κάτι σε μένα. Κατά την άποψή μου ήταν μια πολύ εύλογη στάση ζωής.»
Όταν είχα δουλέψει ολόκληρο το σαββατοκύριακο, έλεγα στον εαυτό μου ότι μου άξιζε ένα καινούργιο ρούχο, ή μια σύγχρονη ηλεκτρική συσκευή ή ένα κομψό έπιπλο. Επειδή όμως δούλευα διαρκώς, σπάνια είχα χρόνο να απολαύσω τα πράγματα που μου πρόσφερα γι’ αντάλλαγμα. Όταν είχα επισκέψεις, μου έλεγαν πόσο τους άρεσε το σπίτι μου, εγώ όμως ήμουνα πολύ σπάνια εκεί για να το απολαύσω.»
Ένα βράδυ, αφού είχα ελέγξει μια στοίβα λογαριασμούς, που είχαν και πάλι καταπιεί το μεγαλύτερο μέρος του μηνιάτικου, έπεσα στο κρεβάτι και κοίταζα το ταβάνι. Ήμουνα έτοιμη να βάλω τα κλάματα. Έβλεπα πως η ζωή περνούσε από δίπλα μου, έτρωγα τις μέρες μου με μια δουλειά που δε σήμαινε για μένα τίποτα, και πάσχιζα να αποζημιωθώ γι’ αυτό αγοράζοντας πράγματα, που στην πραγματικότητα δεν ήταν σημαντικά.»
Τα πράγμα ήταν ακόμα πιο ζοφερά επειδή διαπίστωνα πως έπρεπε να δουλεύω μέχρι τα εξήντα μου. Μόνο ως συνταξιούχος θα μπορούσα να κάνω και πάλι αυτό που θα ήθελα εγώ. Ήταν ένα φριχτό συναίσθημα».

DSC_0928

Εκδότης: Γνώση
Μετάφραση:  Αντώνης Μπίκος
Σελίδες:  96

protoporia

lavart

Advertisements
This entry was posted in Αφιερώματα, Είδαμε κι ακούσαμε and tagged . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s