Πάνω σε ένα ζευγάρι μπότες

0_npanagiotopoulou_rail

Είναι βράδυ χειμώνα και περπατώντας στους δρόμους της Αθήνας με χαϊδεύει τούτο το ψιλόβροχο, το αγγλικό, που θαρρείς πως το’φερα μαζί μου από το «βρωμόνησο» να μου θυμίζει εκείνα τα ατελείωτα βράδια που περπατούσα πάνω στις ίδιες μπότες με αυτές που φορώ απόψε, σάρκα των πελμάτων μου, επέκταση των πεζοδρομίων. Είναι αυτό το περπάτημα στη βροχή, είναι και αυτή η εμμονή που με τρώει τους τελευταίους μήνες, όπως και τότε τον Γενάρη του ’05, να μπουν σε όλα μια τελεία, να γίνει από την αρχή ξανά ο κόσμος, να κλειστούν οι στιγμές μέσα τους, στη θέση τους, στα κουτιά τους, σε εκείνο το ψηλό ντουλάπι του πατρικού, στο προσωπικό νεκροταφείο.

Είναι όλα αυτά που μου φέρνουν και πάλι εκείνες τις μέρες στο μυαλό, εκείνες τις μέρες του αδιέξοδου, της λαχτάρας για το άγνωστο και της εμμονής για τη λύση. Εκείνες τις μέρες που μια πόλη με κρατούσε δέσμια σε 25 τετραγωνικά ενός δωματίου. Εκείνες τις μέρες του αυθόρμητου και μοναχικού ταξιδιού που τόσο διαφορετικό από όσο θα ήθελα να’ναι βγήκε. Είναι μέρες λοιπόν που ούτε ένας, αλλά ούτε δύο τόποι δε σε χωρούν, ούτε μία ούτε δυο αγκαλιές, ούτε ένας ούτε δύο φιλικές συντροφιές. Είναι εκείνες οι μέρες που όλα όσα ζεις μοιάζουν σε άλλους ιδανικά και σε σένα ένα τίποτα. Μια εμπειρία άδεια, μια ζωή που έρχεται και φεύγει όπως αυτή θέλει και όχι όπως εσύ θα ήθελες να τη ζεις.

Μια τέτοια ημέρα μάζεψα λίγα πράγματα σε μία μικρή τσάντα και πάνω σε ένα ζευγάρι μπότες φόρτωσα ένα κορμί, έρμαιο της απόγνωσης, για τον σιδηροδρομικό σταθμό. Για ένα ταξίδι που ξεκίναγε από μένα για να φτάσει και πάλι σε ένα «εμένα», που τόσο είχα χάσει. Για ένα ταξίδι που διήρκησε λίγες ημέρες πάνω στο σιδερένιο εκείνο ερπετό που έμαθα να αγαπώ όσο τίποτα. Για ένα ταξίδι που μου έδωσε την ευκαιρία να απολαύσω το μεσημεριανό χωρίς παρέα, να βρω αρκετό χρόνο ανάμεσα στις γουλιές μιας μπύρας ώστε να νιώσω τη γεύση της σε όλα τα σημεία της γλώσσας, να εκτιμήσω τους ατελείωτους δρόμους χωρίς προορισμό, να απλώσω τον ώμο μου σε απογοητευμένους σαηεντολόγους, να απολαύσω τα γλυκά pop-corn σε αυτοσχέδιους υπόγειους κινηματογράφους, να γνωρίσω τον άοσμο ωκεανό και να πάρω αποφάσεις που θα τρόμαζαν και τους πιο δυνατούς.

Το να ξεκινάς ένα ταξίδι μόνος, ένα ταξίδι που δεν οργάνωσες ποτέ και που γίνεται όχι για να δεις εσύ τα μέρη, αλλά εκείνα τα υπαρκτά και πνευματικά μέρη να βρουν «εσένα», είναι μία ανάγκη που γεννιέται μια φορά στη ζωή σου – ίσως και μια δεύτερη. Και τότε πρέπει να την ακούσεις και να ανέβεις στο δικό σου μεταλλικό ερπετό, πουλί η ψάρι…πάνω σε ένα ζευγάρι μπότες.

Κείμενο-φωτογραφίες: Νατάσα Παναγιωτοπούλου

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

inexarchia.gr

Advertisements
This entry was posted in Είδαμε κι ακούσαμε. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s