Μαριονέτες στα σύννεφα

 

  1610016_10207576224436343_7577258335272177236_n

      Στον ουρανό μιας μεγάλης πολιτείας φάνηκε διστακτικά ένα μικρό συννεφάκι που το ’σερνε ο άνεμος και το χαμήλωνε, το χάιδευε, του άλλαζε σχήμα.

   Και όπως φυσούσε, εκεί ψηλά άνοιξε μια χαραμάδα και ήρθανε κι άλλα… κι άλλα… και γέμισαν τον ουρανό, τον βάραιναν ώρα την ώρα.

    Μια σκοτεινιά απλώθηκε στον ορίζοντα σαν γκρίζα ιχνογραφία που τον θάμπωνε και σιωπηλά τον λύγιζε απ’ άκρη σ΄άκρη.

    Κάτω χαμηλά στη μεγάλη πολιτεία άναψαν φαναράκια για ν’ αντέξουν τη σκοτεινιά, μα σβήσαν γρήγορα το κουρασμένο και τρεμάμενο φως τους.

    Στις στέγες οι ανεμοδείκτες συνομιλούν και φιλιώνουν με τον αέρα. Στριφογυρνούν παρασύροντας τη μεγάλη πολιτεία. Βρέχει και ο ήχος της βροχής απλώνει τη σιγανή της μουσική στάλα τη στάλα. Δύο μαριονέτες κάτω απ΄τα χοντρά τους ρούχα, χαμογελούν και χορεύουν στους έρημους δρόμους. Τα σχοινάκια τους φτάνουν ψηλά στον ουρανό, κυματίζουν και επιστρέφουν ξανά…

     Μα ποιος τις κινεί; Ποιο σύννεφο τις κρατάει; Βράδιασε και στα νέφη κυνηγιούνται τ’ αστέρια. Μα κανείς δεν τα βλέπει. Ησυχία… Όλοι κοιμούνται.

     Μόνο το ρολόι του σταθμού ξαγρυπνά γυρίζοντας μονότονα το χρόνο σαν σβούρα, έπειτα γνέφει στη νύχτα και της μιλά όπως μιλά μια καρδιά, χτύπο τον χτύπο.

    Και οι μαριονέτες χορεύουν ακόμα στη μουντή πολιτεία… Μπερδεύουν τα χέρια τους κι αγκαλιασμένες τα σφίγγουν, γύρω απ τη μέση, γύρω απ’ τους ώμους, γύρω απ’τη νύχτα και τη βροχή.

Χορεύουν στους έρημους δρόμους, στις αυλές, στα πλακόστρωτα, μεσ’ την ομίχλη… βήμα προς βήμα. Τι παράξενο!

Ξεμακραίνουν και κρέμονται από μια κλωστή… μα πώς τις αντέχει;

    Ένα σχοινάκι έπεσε απ’ τον ουρανό… αποχωρίζονται… έπειτα χάνονται, και από τότε κανένας ποτέ δεν τις είδε μαζί… “Δε θα ξεχνώ να σε θυμάμαι”, ήταν το μόνο που ειπώθηκε λέξη προς λέξη.

    Η νύχτα που έφυγε γύρεψε άλλη μια νύχτα, ύστερα κι άλλη… κι άλλη… ώσπου τα χρόνια κύλησαν κι είχαν όλοι πλέον ξεχάσει.

     Κι έτσι ο καιρός πέρασε, αφήνοντας πίσω του το χρώμα που έχουν τα πράγματα όταν παλιώνουν. Στη μεγάλη πολιτεία συννέφιασε και μια σκοτεινιά απλώθηκε σαν γκρίζα ιχνογραφία που σιωπηλά λυγίζει τον βαρύ ουρανό. Κάποια παλιά φαναράκια ανάβουν για ν’ αντέξουν τη σκοτεινιά μα κουρασμένα γρήγορα σβήνουν.

    Κάτω στις στέγες οι ανεμοδείκτες τρίζουν και παραδίνονται ζαλισμένοι στον άνεμο. Βρέχει. Μια μαριονέτα δίχως σχοινιά στέκει ακίνητη στο περβάζι ενός παραθύρου, με το πρόσωπο γερμένο στο τζάμι.

    Κάτω απ’ τα χοντρά ξεφτισμένα της ρούχα κοιτά τις ψιχάλες που αργόσυρτα πέφτουν. Από καμιά λησμονιά δε νικήθηκε κι ας πέρασαν τα χρόνια κι ας άσπρισαν τα σύννεφα τα μαλλιά της μέρα τη μέρα.

    Χαμογελά και θυμάται μια νύχτα που χόρευε σε αυλές, σε πλακόστρωτα και σε έρημους δρόμους… Χαμογελά και θυμάται εκείνες τις λέξεις… προσθέτοντας, κομμάτι κομμάτι, μνήμη στη μνήμη…

ΤΕΛΟΣ

Μάρτιος 2016

Κείμενο: Αντώνης Δημητρακόπουλος

 

This entry was posted in Αταξινόμητα, Είδαμε κι ακούσαμε. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s