Μιλώντας με τον Alain Lefèvre| της Architmare

Δε ξέρω πολλά πράγματα για τη ζωή μέχρι στιγμής, αλλά όσο περνάει ο καιρός για ένα πράγμα νομίζω πως σιγουρεύομαι· πως ευτυχισμένο σε κάνουν τα πιο απλά πράγματα του κόσμου και πως η ευτυχία δεν είναι εκεί που μας καθοδηγούν οι άλλοι και η κοινωνία να ψάξουμε, αλλά εκεί που ψάχνουμε μέσα μας να πάμε. Είναι μια φωνή μικρή, που όσο κι αν δεν έχεις μάθει να την ακούς, όσο κι αν δεν έχεις μάθει να αγαπάς τον εαυτό σου εκείνη θα ακουστεί, με έναν μαγικό τρόπο.

Μιλώντας μαζί του ένιωθα πως αυτά που λέει τα έχω νιώσει και πως θέλω κι εγώ να γίνω ελεύθερος άνθρωπος, να απαγκιστρωθώ από τα ανούσια και να πάω εκεί που με πάει το ένστικτο και η ψυχή μου.  Να αγαπάς αυτό που κάνεις, να μην το βλέπεις σαν δουλειά, να δίνεις την ψυχή σου σε αυτό – εκεί δε υπάρχουν εγωισμοί και υπερηφάνιες γιατί δε φοβάσαι κάποιον μη σε πληγώσει. Τι χαζοί όσοι χάνουν τη ζωή χτίζοντας τοίχους.

Τα δάχτυλά του έτρεχαν στο πιάνο με την πιο ειλικρινή φυσικότητα του κόσμου και το σώμα του ήταν συνδεδεμένο απόλυτα με τη μελωδία. Στα crescento σηκωνόταν όρθιος, παραλίγο να του φύγει το κάθισμα, στα staccato έτρεμε ολόκληρος και όταν η μουσική γινόταν μελαγχολική εκείνος έσκυβε απάνω από το πιάνο σαν να μιλάει στο πιο γλυκό πλάσμα του κόσμου που θέλει να του πει πως το αγαπάει και πως είναι εκεί για αυτό. Στον εαυτό του δηλαδή.

Μου είπε πως δε τον μάθανε να αγαπάει τον εαυτό του οι γονείς του και πως δυσκολεύεται με αυτό. Πόσοι δε βρίσκουμε τον εαυτό μας σε τόσο μικρές εκμυστηρεύσεις που ξεφεύγουν από τα στόματα των μεγάλων και τρανών… Που πίσω από τη δύναμή τους κρύβουν ένα μικρό παιδί.

Μια ζεστή νύχτα, κάτω από τα φώτα του Ηρωδείου και τον ξάστερο ουρανό και πάνω στα αιώνια μάρμαρα… Πόσο απλά πράγματα σε κάνουν να νιώθεις γεμάτος κι ευτυχής. Και πόσο τυχεροί είμαστε εμείς που μένουμε σε αυτήν την πόλη, να μπορούμε να περπατάμε πάνω στα πλακόστρωτα του Πικιώνη· να μπορούμε να μπαίνουμε στο Ωδείο που κάποιος Ηρώδης Αττικός αφιέρωσε στη γυναίκα του όταν την έχασε. Και έμεινε σε εμάς κληρονομιά ό,τι πολυτιμότερο έχουν γεννήσει τόσοι τόποι, απ’άκρη σ’άκρη όλου του κόσμου.

Θα ακούσω μία μελωδία του και θα αποκοιμηθώ, γεμάτη κι ευτυχής για λίγο…

 

Advertisements
This entry was posted in Αταξινόμητα, Τα δικά μας κείμενα.. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s