Φόρος ασημαντότητας

6299

Αλήθεια, έχεις μετρήσει ποτέ πόσους φόρους πληρώνεις απ’ την στιγμή που γεννιέσαι σε αυτόν τον πλανήτη; Από μικρή θυμάμαι τους γονείς μου να πληρώνουν.
Φόρους για τα λεφτά που έβγαζαν, για τα σπίτια που πουλούσαν, για κείνα που αγόραζαν, για το Φ.Π.Α, για όλα…
Και περνούσαν τα χρόνια έτσι, με πληρωμές, με δόσεις, με λογαριασμούς…

Περνούν τώρα πια έτσι κι οι δικές μου οι μέρες, που λες, κι έρχονται οι νύχτες. Πότε κρύες και πότε ζεστές κι άκου φίλε μου το οξύμωρο! Όσα περισσότερα έχεις πληρώσει τη μέρα, όσες υποχρεώσεις περισσότερες έχεις «διεκπεραιώσει στο ακέραιο», τόσο πιο γυμνός αισθάνεσαι, τόσο πιο πολλά νιώθεις πως χρωστάς στον εαυτό σου.
Είναι βλέπεις, φίλε μου, που η ζωή από την φύση της ανατρεπτική και βιαστική αναγκάζεται και κλείνεται μέσα σε καλούπια γραφειοκρατίας, προσκυνά χρωματιστά χαρτιά χωρίς καμιά ουσιαστική αξία και δεν της πάει ρε γαμώτο, δεν της ταιριάζει και έτσι
τσουπ!
Σε χρεώνει με τα χαμένα της όνειρα…
Βέβαια θα μου πεις χαρά δεν υπάρχει; Τι, έτσι όλα στράφι; Όχι! Φυσικά και υπάρχει. Θα τη βρεις καμιά φορά σε κάτι νύχτες με ολόγιομο φεγγάρι και μετά σε μια παραλία με φίλους πίνοντας «όλες τις μπύρες αγκαλιά» κι ύστερα στην αγκαλιά και στα φιλιά του ερωτά σου και σε κείνα τα χαμόγελα τα γλυκά των δικών σου…

Όμως υπάρχουν και βραδιές που ούτε αυτά αρκούν. Ναι δεν αρκούν, δεν σε χωρά ο τόπος, που λένε. Τότε θα βγεις, θα πιεις, θα φαντασιωθείς εκείνα που ήρθαν κι έφυγαν και τα άλλα που δεν θα ‘ρθουν ποτέ κι έτσι θα περάσει.

Ξέρεις καμιά φορά νοητά μεταφέρω τον εαυτό μου σε κάτι μικρά μπαράκια, ταπεινά από κείνα που δε τα πιάνει το μάτι σου, με ξύλινα τραπέζια, ροκ μουσική κι ένα-δυο ποτά για επιλογές.
Εκεί βρίσκω τους φίλους μου καθισμένους, πότε μόνους πότε σε παρέες, να φιλοσοφούν ατελείωτα, να κάνουν πλάκες, να καταστρώνουν σχέδια.
Εκεί κάπου μπορεί να φανταστώ και την Κατερίνα Γώγου να κάθεται σε κάποιο τραπέζι και να σου μιλάει για τους φίλους της που είναι «μαύρα πουλιά που κάνουν τραμπάλα στις ταράτσες ετοιμόρροπων σπιτιών» και «σύρματα τεντωμένα»

Τέλος πάντων. Ονειροφαντασίες. Τι σου έλεγα; Α ναι, για τη ζωή.
Ε λοιπόν, δύο επιλογές έχεις. Ή που θα χαθείς κάπου περιθωριακά και θα γκρεμίζεσαι κάθε μέρα ή που θα πεις «εγώ σε αυτή τη ζούγκλα θα επιβιώσω» και θ’ αρχίσεις να χώνεσαι μέσα στα βιβλία να αποκτήσεις γνώση, να ιδρώνουν οι παλάμες σου από την πολλή δουλειά, να πετύχεις, να δεις τα φώτα να ανάβουν για σένα…
Βέβαια υπάρχει και η περίπτωση να μείνεις κάπου στο ενδιάμεσο πότε με το τίποτα, πότε με τα λίγα.
Αλλά ποιος ευτύχησε στην μετριότητα;

Για αυτό σου λέω να ‘χεις πάντα ένα σκοπό. Γιατί εγώ ένα φοβάμαι περισσότερο μετά από τυχόν προβλήματα υγείας, μη ξημερώσουν μέρες, μήνες, εποχές που να μην έχω κανένα προορισμό.
Άδεια ζωή χωρίς ένα στόχο, χωρίς να κάτι να δεις, να φτάσεις πιο πέρα.
Άδεια και βαρετή.
Τόσο βαρετή που ίσως είναι αυτή η βαραμέρα, ναι έτσι απλά «βαραμέρα», ο πιο βαρύς φόρος που πλήρωσες ποτέ.
Ένας φόρος για όλα τα αδιάφορα που θα καλείσαι να κάνεις κάθε μέρα απλώς για να επιβιώνεις.
Ένας φόρος ασημαντότητας…

enfo.gr

Advertisements
This entry was posted in Αταξινόμητα, Είδαμε κι ακούσαμε. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s