Χαμένος Βορράς

7cc322f664d50747901ac510a3cf28fd
Η παιδική ηλικία, κοντινή ή μακρινή, βρίσκεται πάντοτε μέσα μας. 
Ο άνθρωπος που έχει ζήσει σε δύο χώρες αποτελεί ένα είδος εξορίστου. Η εξορία του είναι μαζί γεωγραφική και κοινωνική. Γεωγραφική, γιατί η παιδική του ηλικία είναι μακριά σε τόπο και χρόνο. (Στη νέα χώρα αποσιωπά ό,τι υπήρξε και ό,τι έμαθε εκεί που γεννήθηκε: τα παιδικά τραγούδια, το σχολείο, τους φίλους. Οι άνθρωποι με τους οποίους συνυπάρχει αγνοούν όλα όσα τον έχουν διαμορφώσει). Κοινωνική, γιατί ανάμεσα στη μία πλευρά της ζωής του και στην άλλη υπάρχει ένα ρήγμα, μια διακοπή της συνέχειας. Δύο κόσμοι, δύο πολιτισμοί, δύο κουλτούρες, δύο συστήματα αξιών συγκρούονται. Η εξορία του είναι μαζί ακρωτηριασμός, ενοχή και πλούτος.

Οι εξόριστοι είναι πλούσιοι. Πλούσιοι από τις συσσωρευμένες και αντιφατικές τους ταυτότητες.

Η Νάνσυ Χιούστον γεννήθηκε στο Κάλγκαρι του Καναδά, αλλά ζει μόνιμα στη Γαλλία. Μάλλον ζει στη Γαλλία τόσα χρόνια όσα έζησε και στον Καναδά, αλλά δεν θα θεωρήσει τον εαυτό της ποτέ Γαλλίδα. Η Βορράς του Καναδά άφησε ένα ανεξίτηλο σημάδι πάνω της, αφού εκεί υπάρχει όλη της η παιδικότητα και ένα μεγάλο κομμάτι της νιότης της. «Δεν είναι καθόλου το ίδιο να περνάς σε μια χώρα τα εικοσιπέντε πρώτα χρόνια της ζωής σου ή οποιαδήποτε άλλα εικοσιπέντε χρόνια.» Νιώθει εκπατρισμένη.

Ο εκπατρισμένος, από τη στιγμή που επιλέγει να εγκαταλείψει τη χώρα του και να ζήσει σε έναν άλλο πολιτισμό, αποφασίζει να υιοθετήσει ως καθημερινές πρακτικές της ζωής τη μίμηση, την προσποίηση, το θέατρο. Στη νέα του γλώσσα αδυνατεί να αυτοσχεδιάσει. Όσο καλά κι αν τη χειρίζεται, κάποια στιγμή ο αληθινός του εαυτός θα προδοθεί.

«Α, σκέφτομαι, αυτός ο άνθρωπος είναι κομμένος στα δύο. Έχει λοιπόν μια ιστορία.» Διότι κείνος που γνωρίζει δύο γλώσσες, γνωρίζει αναγκαστικά και δύο πολιτισμούς  και συνεπώς το δύσκολο πέρασμα από τη μία γλώσσα στην άλλη και την επίπονη σχετικότητα των δύο πολιτισμών. Και έχει όλες τις πιθανότητες να είναι κάποιος πιο εκλεπτυσμένος, πιο «πολιτισμένος», λιγότερο μονολιθικός απ’ ό,τι οι μονογλωσσικοί ενπατρισμένοι.

 
Ο δίγλωσσος έχει δύο διαφορετικούς τρόπους να βλέπει τον κόσμο; Ποιος υπάρχει κάτω από τη μάσκα του; Ποιος είναι πραγματικά, αν δεν έχει τις ίδιες σκέψεις, τις ίδιες φαντασιώσεις, την ίδια υπαρξιακή στάση, τις ίδιες απόψεις και στις δύο γλώσσες ;
Το πρόβλημα, βλέπετε, είναι ότι οι γλώσσες δεν είναι μόνο γλώσσες. […] είναι τρόποι να βλέπεις και να καταλαβαίνεις τον κόσμο.

Σύμφωνα με τη Νάνσυ Χιούστον, είμαστε παιδιά της χώρας όπου περάσαμε τα παιδικά μας χρόνια. Πώς είναι δυνατόν να θεωρήσει τον εαυτό της Γαλλίδα, αναρωτιέται, από τη στιγμή που η Γαλλία δεν της έχει χαρίσει ούτε μία παιδική ανάμνηση; 

***
Οι γονείς μου γεννήθηκαν στο Βρότσλαβ της Πολωνίας στις αρχές της δεκαετίας του ’50. Ήταν παιδιά πολιτικών προσφύγων που κατέφυγαν στην Ανατολική Ευρώπη αμέσως μετά τον Εμφύλιο. Έζησαν στην Πολωνία 34 χρόνια και επομένως πέρασαν εκεί όλη τους την παιδική και νεανική ηλικία. Εκεί πήγαν σχολείο, σπούδασαν, ερωτεύτηκαν, παντρεύτηκαν, απέκτησαν τα παιδιά τους -εμένα και τις αδερφές μου.  Η Ελλάδα ήταν για κείνους μια άγνωστη χώρα. Ωστόσο, έμαθαν τα ελληνικά από τους γονείς τους, τα μιλούσαν στο σπίτι, γιόρταζαν τις εθνικές γιορτές  στην ελληνική λέσχη της πόλης τους, ντυνόντουσαν τσολιάδες και βλαχοπούλες, τραγουδούσαν τον εθνικό ύμνο, γνώριζαν απέξω όλη την ελληνική μυθολογία και πολλά δημοτικά τραγούδια, έτρωγαν αρνάκι το Πάσχα. Και σε κάθε γιορτή και κάθε οικογενειακό τραπέζι, άκουγαν τα ποτήρια να τσουγγρίζουν και την ευχή «και του χρόνου στην πατρίδα».

Όταν ήμουν εγώ παιδί, μιλούσαν ελληνικά σε μας, αλλά πολωνικά μεταξύ τους. Τα πολωνικά ένιωθαν πρώτη τους γλώσσα. Πολωνικά ακούγαμε να μιλούν όλοι στις γιορτές και στα τραπέζια του σπιτιού. Έτσι, για τους Πολωνούς παρέμεναν πάντοτε «οι Έλληνες» και για τους Έλληνες, «τα παιδιά που ήρθαν από την Πολωνία». Εκεί δεν είχαν υπηκοότητα. Εδώ πάλι δεν έχουν, κι ας αναγράφεται στην ταυτότητά τους.

Σε μια ξένη γλώσσα κανένας τόπος δεν είναι ποτέ κοινός: τα πάντα είναι εξωτικά.

Όταν, χρόνια μετά τον επαναπατρισμό μας, επισκεφτήκαμε οικογενειακώς την Πολωνία, εκείνοι επέστρεψαν στην πατρίδα των παιδικών τους χρόνων κι εμείς τους είδαμε φίλους, μαθητές, φοιτητές, μέλη μιας παρέας, και όχι γονείς. Ήταν δύο άλλοι άνθρωποι. Με έκπληξη, για παράδειγμα, διαπίστωσα ότι η μητέρα μου, όταν μιλούσε πολωνικά, είχε πολύ ωραίο χιούμορ, ενώ στα ελληνικά δεν τα καταφέρνει καθόλου.

Εκεί ήταν πιο αστείοι, πιο ανέμελοι, και πιο νέοι. Εδώ δούλευαν, είχαν σκοτούρες, μας έκαναν παρατηρήσεις, ήταν πάντα γονείς. Εκεί έχουν αφήσει ένα μεγάλο κομμάτι του εαυτού τους. «Όχι γιατί θέλησαν να το ξεφορτωθούν, αλλά γιατί δεν ήξεραν πώς να το πάρουν μαζί τους».
Κι έτσι, με έναν τρόπο θα είναι πάντοτε ξένοι, ακόμη και μέσα στις οικογένειες που τους δημιούργησαν ή που δημιούργησαν οι ίδιοι. Βλέπετε, μιλούν άλλη γλώσσα απ’ αυτήν που μιλούσαν οι γονείς τους, και άλλη απ’ αυτήν που διδάχτηκαν τα παιδιά τους.
Οι δίγλωσσοι και εκπατρισμένοι βιώνουν περιορισμούς και ελευθερίες πολλές φορές επίπονες. Με το δοκίμιό της, η Χιούστον αναζητά την έννοια της ταυτότητας στη ζωή του κάθε εκπατρισμένου και υποβάλλει τα σέβη της σε κάθε εξόριστο.  Εξάλλου

Η ξενικότητα είναι μια μεταφορά σεβασμού που οφείλουμε στον άλλο.
***

[1] Nancy Huston, Χαμένος Βορράς (μτφρ. Ειρήνη Τσολακέλλη), ΑΓΡΑ, Αθήνα 2002.

[2]Στην πρώτη φωτογραφία ένα πορτρέτο της Νάνσυ Χιούστον.Στις τρεις επόμενες, εικόνες από το Βρότσλαβ της Πολωνίας, τονχαμένο Βορρά των δικών μου παιδικών χρόνων. Και στις δύο τελευταίες εγώ, παιδάκι στον Βορρά.
Advertisements
This entry was posted in Αταξινόμητα, Είδαμε κι ακούσαμε. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s