Οδός Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου

12316452_980965861942230_392292122779011363_n

Το παρακάτω κείμενο το έγραψα στις 13 Δεκεμβρίου του 2008 στα ιντερνετικά ΝΕΑ. Εν θερμώ τότε αλλά νομίζω δίνει μια εικόνα.

Είναι Σάββατο βράδυ. Περπατώ στην Πατησίων και η τζαμαρία των επίπλων του Συλβεστρίδη είναι σπασμένη. Έξω απ’ την ΑΣΣΟΕ ένα καμένο αμάξι και πιο κάτω, μέσα στο Πολυτεχνείο, μια μεγαλειώδης συνέλευση αντιεξουσιαστών και ανένταχτων νέων παίρνει φωτιά. Σε λίγα λεπτά θα βγουν απ’ την κεντρική πύλη σφυρίζοντας το εναρκτήριο λάκτισμα ενός πρωτοφανούς Δεκέμβρη.

Στέκομαι στο Rex. Ο Πλούταρχος μέσα μιμείται τον Πουλόπουλο και έξω μυρίζει δακρυγόνο. Οι πρώτες πορείες διαδηλωτών φτάνουν στην Βουλή και το μητροπολιτικό μας κέντρο αλλάζει χρώμα. Ο Γιάννης είναι πρώην τοξικομανής που θεραπεύτηκε απ’ την κοινότητα Άνω 18. Μου δίνει μια φέτα λεμόνι και μου λέει την μικρή του ιστορία. «Δεν έχουμε καταλάβει τι έχει γίνει. Θα καεί το πελεκούδι. Είμαι ΑΕΚ, έπινα για χρόνια, αποτοξινώθηκα στο Άνω 18 αλλά πριν μια εβδομάδα υποτροπίασα. Προσοχή στους «τσέους» (στην αργκό οι αστυνομικοί), σκοτώνουν». Κατηφορίζει την Πανεπιστημίου πλάι σε δύο αμήχανα κοριτσόπουλα με μίνι που μάλλον επέλεξαν λάθος βράδυ για να περάσουν τις πύλες του Rex. Ακούγεται ποδοβολητό και φωνές. Ο δρόμος γεμίζει νέους που τρέχουν. Συνθήματα και οργή. Τα περίπτερα κλείνουν. Βγαίνω στην Σταδίου και φτάνω με γοργό περπάτημα στην Πλατεία Κοτζιά. Δυο φοβισμένοι σεκιουριτάδες ακούνε ραδιόφωνο από ένα μικρό τρανζιστοράκι. Τι έγινε στην οδό Μεσολογγίου με τις καφετέριες και τους μικρούς εκδοτικούς οίκους; Πόσο χρονών είναι; Γιατί πυροβόλησε ο ειδικός φρουρός; Μπαίνω στην «Στοά των Αθανάτων». Η Χαρούλα Λαμπράκη τραγουδάει Τσιτσάνη μπροστά σ’ έναν ανυποψίαστο κόσμο. Τηλεφωνώ και μου τηλεφωνούν φίλοι. Μπήκα στο ρεμπετάδικο με κυβέρνηση Καραμανλή και μόλις βγω δεν ξέρω αν αυτό θα συνεχίσει να ισχύει. Πώς τον λένε; Από πού είναι; Σε ποια συνοικία θα μείνει για πάντα αδειανό ένα παιδικό δωμάτιο; Με τα πόδια περπατώ στην Γ΄Σεπτεμβρίου ανάμεσα από ετοιμοπόλεμες διμοιρίες των ΜΑΤ. Μακρύ περπάτημα μέσα στη νύχτα των φοβισμένων ματιών. Κοιμάμαι με ανοιχτό ραδιόφωνο.

Είναι Κυριακή πρωί. Κάθομαι στην Πλατεία, στο αγαπημένο μου καφενείο του Σάκη με τα μαρμάρινα τραπέζια. Οι γύρω διαβάζουν εφημερίδες. Τα κινητά ανάβουν. Ο Γιώργος είναι μέσα στο Πολυτεχνείο. Τον συναντώ μπροστά στο καμένο βιβλιοπωλείο του Παπασωτηρίου της οδού Στουρνάρη. Η οδός Τζωρτζ θυμίζει Μάη του 68 (ποιοι είναι οι νέοι Κον-Μπετίτ, ποιοι είναι οι νέοι Ντε Γκολ;) αναρωτιέμαι, πάντως κάθε παραλληλισμός είναι άστοχος. Η διαδήλωση της νεολαίας επιστρέφει από την ΓΑΔΑ στο Πολυτεχνείο. Με τα πόδια φτάνω στην Αχαρνών. Τα αστικά λεωφορεία είναι γεμάτα εργαζόμενους μετανάστες. Η Κυριακή τούς ανήκει. Τα σκαλιά του Αγίου Παντελεήμονα είναι γεμάτα μπύρες. Αλβανάκια τρέχουν με πατίνια. Ένας ηλικιωμένος μιλάει με την γυναίκα που δουλεύει στο περίπτερο. «Και τι δουλειά είχε στα Εξάρχεια, μου λες;», την ρωτάει σε έντονο ύφος. Διαδηλώσεις σε όλη την Ελλάδα. Πολιτική αντιπαράθεση. Αμήχανοι υπουργοί και οι πρώτες τηλεδίκες. Μαζί με τις πρώτες φωτογραφίες του 15χρονου. Με τα ατημέλητα μαλλιά και το κόκκινο παντελόνι. Φόραγα κι εγώ ένα ολόιδιο, ως πιτσιρικάς και ελαφρύτερος. Τότε που τα στέκια στα Εξάρχεια ήταν διαφορετικά. Τότε που όλα ήταν απολύτως διαφορετικά. Επεισόδια σε όλη την Ελλάδα. Φωτιές. Σκέφτομαι το αδειανό δωμάτιο στο διαμέρισμα του Παλαιού Ψυχικού. Τις προσδοκίες που κόπηκαν από τις σφαίρες ενός ειδικού φρουρού. Το αυθόρμητο κίνημα παίρνει διαστάσεις. «Ήταν ένας από εμάς, σέρφαρε στο Ιντερνετ, άκουγε ο, τι ακούει ένα σημερινό παιδί», μου λέει ένας φίλος μαθητής στην κατάληψη της Νομικής. Κάποιοι στο ραδιόφωνο μιλούν για λάθος άνθρωπο στο λάθος μέρος. Φαντάζομαι πως ονειρεύονται να πίνουμε όλοι τον καφέ μας αποκλειστικά στο ΙΚΕΑ. Η συζήτηση ανάβει και τίποτε δεν είναι συνειδητό. Οι μάνατζερ των κομμάτων όμως ξεχνούν πως το αυθόρμητο είναι η εμβρυακή μορφή του συνειδητού. Ζεσταίνω τα χέρια μου στην φωτιά του προαυλίου της Νομικής.

Είναι Δευτέρα. Στο Μετρό του Συντάγματος μια ομάδα μαθητών βρίζει την αστυνομία. Στο «στρατηγείο» της Εφημερίδας μας, συνεχής ροή πληροφοριών. Ανοιχτές τηλεοράσεις. Μαθητές, φοιτητές. Διαδηλώσεις επί διαδηλώσεων. Η καρδιά μου καίει μπροστά στην ανοιχτή οθόνη του κομπιούτερ. Οι απογευματινές πορείες ξεκινούν στις έξι. Συναντιέμαι έξω απ’ την Θύρα 13 με τον ξάδελφό μου. Στα Προπύλαια, το πράγμα ξεφεύγει. Στο οδόφραγμα της Ιπποκράτους όμως δεν βλέπω κουκουλοφόρους. Βλέπω μαθητές με μαντήλια να προσπαθούν να προστατευθούν απ’ τα ληγμένα χημικά. Τα μαγαζιά γκρεμίζονται το ένα μετά το άλλο. Τράπεζες. ΑΤΜ. Δεν μου αρέσει. Δεν ξεχνώ όμως πως μπροστά στα μάτια μου ξετυλίγεται το νήμα μιας δευτερογενούς βίας που προκλήθηκε από μια αυθαίρετη κρατική βία. Είναι εύκολο μέσα απ’ τα ζεστά σπουδαστήρια να καταγγείλεις, να αξιολογήσεις, να υψώσεις το δάχτυλο, στον δρόμο όμως είναι διαφορετικά. Επιστρέφω στην Εφημερίδα. Η λέξη «πλιάτσικο» μπαίνει στην ατζέντα. Ο πακιστανός που τρέχει με το κλεμμένο πορτατίφ όμως δεν έχει σχέση με το κίνημα της Αργεντινής. Δεν βλέπω κλοπές για βιοπορισμό. Βλέπω ένα ιδιότυπο καταναλωτικό πλιάτσικο. Μέσα μου όμως, ακόμη κι αυτό ερμηνεύεται. Ο Αλέξης. Ο Κορκονέας. Ο Παυλόπουλος. Η γενιά των 700 ευρώ. Των ημιαπασχολούμενων. Ο σουβλατζής με το μεταπτυχιακό. Ο ντελιβεράς που σκοτώνεται για να προλάβει να φέρει την πίτσα στο δανεισμένο διαμέρισμα του νέου ζευγαριού, στις δεκάδες δυαδικές μοναξιές με τα χρέη. Τα 28 δις στις τράπεζες. Η μαύρη τρύπα που έπεσαν μέσα τα γκόλντεν μπόις, ο τρόπος που σχίστηκαν τα κακοραμμένα τους κοστούμια και καταστράφηκαν τα μπλάκμπερις. Η ανεργία. Η εξαθλίωση που έρχεται. Η Βουκουρεστίου. Πολύ πριν επέλθει ο θάνατος του εμποράκου, η κρεμάλα είχε στηθεί από τους ναούς-πολυκαταστήματα, από τους ασφυκτικούς φόρους, απ’ τις αντιλαϊκές πολιτικές. Πολύ πριν ακουστεί το ποδοβολητό της αγριεμένης νεολαίας έξω απ’ την Μεγάλη Βρετανία, οι ανισότητες διογκώνονταν με τρελούς ρυθμούς. «Ταραγμένη κατάσταση, ενδιαφέρουσα κατάσταση», λέει ο Μάο. Οι πρώτες αμήχανες τηλεοπτικές εκπομπές στήνονται στο πόδι από δημοσιογράφους και πολιτικούς που απλά επιβεβαιώνουν πόσο αποσπασμένοι είναι από την νέα κοινωνική πραγματικότητα. Αυτήν που πολιορκεί αστυνομικά τμήματα. Που πετάει νεράντζια. Ο αγοραφοβικός ηγεμονίσκος της Ραφήνας μετράει τον πρώτο του νεκρό. Γιατί όμως ξεχνάμε τους προηγούμενους; Πέραμα, Σωληνουργεία Κορίνθου. Όχι, δεν κυκλοφορούν υπουργοί με πιστόλια που σκοτώνουν εργαζόμενους και μαθητές. Ενθαρρύνουν όμως την αστυνομική και εργοδοτική αυθαιρεσία, οπλίζουν τα χέρια των πραιτόρων. Αθωώνουν τους Μελίστες. Χαϊδεύουν τις ζαρντινιέρες. Φτιάχνουν το πλαίσιο για να παριστάνει ο αστυνομικός της ομάδας Ζήτα τον Κλιντ Ίστγουντ σε αμούστακα πιτσιρίκια στη Λεωφόρο Αμφιθέας. Αλέξης, Μιχάλης, Ιάκωβος, Σταματίνα. Τα άδεια, νεανικά δωμάτια γίνονται πολλά.

Η κηδεία. Το βλέμμα της μάνας του Καλτεζά δεν συναντάει το βλέμμα της μάνας του Αλέξη. Ο Μιχάλης ακούει Τρύπες. Ο Αλέξης μπορεί ν’ ακούει Μόνικα. Ο Μιχάλης φοράει τζιν μπουφάν. Ο Αλέξης ζακέτα με κουκούλα. Πυροβολούνται κι οι δυο απ’ την αστυνομία. Ακριβώς στην ίδια ηλικία. Το Παλαιό Φάληρο φλέγεται. Η Νέα Σμύρνη. Ο Κορυδαλλός. Η Θεσσαλονίκη. Η Πάτρα. Η Κομοτηνή. Τα Γιάννινα. Η Καβάλα. Το Χαλάνδρι. Τα Πατήσια. Χάνω τον λογαριασμό με τις διαδηλώσεις. Λεωφόρος Αλεξάνδρας. Στουρνάρη: Η οδός των γκάτζετ καίγεται απ’ την γενιά των γκάτζετ. Ακαδημίας. «Εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά» ακούω απ’ την μικροφωνική της Νομικής σε στίχους της Γώγου. Οι δικοί μου φίλοι πάχυναν, όπως κι εγώ. Μετά από αλυσιδωτές σπουδές κατέληξαν σε προγράμματα stage των 480 ευρώ, σε ψευτοεταιρίες, μένουν στα ίδια παιδικά δωμάτια που μεγάλωσαν. Βλέπουν DVD, πάνε στο στρατό με βύσμα, στριμώχνονται τον Αύγουστο στα καράβια που σαλπάρουν για Κυκλάδες. Επιστρέφουν μετά από δέκα μέρες με μελαγχολικά μάτια. Σεπόλια, Κολωνός, Νέος Κόσμος, Νέα Σμύρνη, Περιστέρι, Αμφιάλη, Κυψέλη, Παγκράτι. Αν είμαστε όλοι χαλκευμένοι, ποιοι είναι αυτοί που ουρλιάζουν στους δρόμους; Οι γενιές αλλάζουν κάθε τέσσερα χρόνια. Η γενιά μου ξεσηκώθηκε κατά του Αρσένη. Πίσω μας όμως ερχόταν μια άλλη και μετά μια άλλη. Τριανταρίσαμε πριν το καταλάβουμε και έμελλε μετά από ένα στυγερό φονικό στην οδό Μεσολογγίου να συναντήσουμε όλους τους επόμενους. Αλέξης, Πέτρος, Μαρία. Μαζί με τους αμετανόητους προηγούμενους. Αλέκος, Νώντας, Φώτης, Σάββας. Κάτω απ’ το χαλάκι του λίβινγκ ρουμ, έβραζε καιρό τώρα η οργή και το αδιέξοδο. Εμένα οι φίλοι μου είναι άδεια κουτιά. Η κυβέρνηση χαϊδεύει τους νοικοκυραίους αλλά κρατάει τη δική της μολότοφ. Ποιο είναι το πολιτικό αίτημα του ακηδεμόνευτου κινήματος; Αλέξης, αρκεί; Κάθε κομματικό πλαίσιο στις συνελεύσεις των κατειλημμένων σχολών καταρρέει. Το ποτάμι υπερβαίνει τις παραδοσιακές δομές. Έχει τις δικές του αντιφάσεις και τις δικές του αντινομίες. Τον δικό του τρόπο.
Απεργία. Συνθήματα στο δρόμο. «Φοβού τους δανειστές και δώρα φέροντας», «ο καναπές είναι η δική σου συνενοχή», «αυτές οι μέρες ανήκουν στον Αλέξη», «έχε γεια αποχαυνωμένο καφετεριάτο». Χώνομαι στο μπλοκ της ΟΛΜΕ.

Κυνηγητό και δακρυγόνα. Μαλόξ. Το καμένο χριστουγεννιάτικο δέντρο έχει για γιρλάντα την οργή. Νομική. Από το Κολωνάκι περπατώ μέχρι τον Ευαγγελισμό. Στην Πλατεία κάτι αδιάφοροι γκέι στυλίστες (τους ξέρω απ’ την Μύκονο) πίνουν καφέ και γελούν. Στο Μετρό ανοίγονται διάλογοι. Επιβάτες. Οργισμένοι και ανυποψίαστοι. «Ποιοι είναι αυτοί που τα σπάνε;». Αν θες απάντηση απλά παρατήρησε το κουρασμένο βλέμμα του παιδιού σου μετά το φροντιστήριο. Κοίτα την καρδιά του άνεργου γιου σου μετά τα χιλιάδες αποτυχημένα interviews. Κοίτα το αίμα στο Πέραμα. Οι απαντήσεις κατοικούν εδώ. Ή μάλλον και εδώ. Η Λιμπερασιόν ακούει τον παλμό. Η αλήθεια δεν εξοστρακίζεται. Πέμπτη, Παρασκευή. Νομική. Αντιεξουσιαστική Κίνηση. Φοιτητές. Γραφικοί της Αριστεράς. Επιτήδειοι. Τυχοδιώκτες. Ρομαντικοί. Το κίνημα τα έχει όλα. Αλήθεια ποιος θα ορίσει την μεζούρα του; Ποιος νομιμοποιείται να το κάνει; Η νέα κοινωνική πραγματικότητα του εργασιακού μεσαίωνα εξεγείρεται. Ποιος θα την καναλιζάρει; Μέσα στο κυλικείο της Νομικής, νιώθω το αδιέξοδο του αυθόρμητου κινήματος. Την αδυναμία να πάρει μαζί του σύσσωμα τα ακάλυπτα εργατικά στρώματα. Μπορεί όλο αυτό που βιώνουμε να συντηρητικοποιήσει πιο πολύ τους νοικοκυραίους. Μπορεί να εναλλάξει τα δύο κυρίαρχα κόμματα στην διαχείριση της εξουσίας. Μπορεί να ριζοσπαστικοποιήσει ένα κομμάτι της νεολαίας. Αν το προηγούμενο διάστημα βιώσαμε την αποδόμηση των θεσμών και της ηθικής από την ίδια την εξουσία, σήμερα βιώνουμε το ίδιο της το αποτέλεσμα. Καθώς νυχτώνει, στην Ακαδημίας πέφτει το βλέμμα μου σε μια πέτρα. Και πιο δίπλα σε ένα λουλούδι. Οι δυο όψεις του Δεκέμβρη. Ένας αλβανός βρίζει που του έκαψαν το αυτοκίνητο. Ο νέος εθνικός κορμός των επόμενων είκοσι χρόνων θα είναι ένα τμήμα βετεράνων μεταναστών. Αυτοί θα είναι οι νέοι υπερπατριώτες. Που με τη σειρά τους θα γίνουν ρατσιστές απέναντι στους νέους μετανάστες. Η σισύφεια πέτρα της συνοχής. Λυπάμαι. Κατηφορίζω προς την Ναβαρίνου, την Μεσολογγίου. Κεριά και λουλούδια. Χειρόγραφα σημειώματα. Κασκόλ Παναθηναϊκού. Βουβαμάρα. Ο Αλέξης απ’ το Παλαιό Ψυχικό σκοτώνεται στα Εξάρχεια από μανιάτη ειδικό φρουρό και απαντούν οι τσιγγάνοι με επίθεση στο αστυνομικό τμήμα του Ζεφυρίου. Ένας ακόμη κρίκος προστίθεται στην εξέγερση. Θεέ μου, τι γίνεται; Κάτω απ’ την άσφαλτο ανάβει η σπίθα των κοινωνικά αποκλεισμένων. Πολιτική θολούρα. Ετοιμόρροπες διμοιρίες. Θλιβερή κυβέρνηση. «Αγανακτισμένοι» πολίτες, τους θυμάμαι από το κίνημα του 90-91. Εγγυητές της δικής τους σταθερότητας. Αλήθεια ποιας; Των 700 ευρώ, της ανεργίας, των απολύσεων, των αποξενωμένων πόλεων, των ναρκωτικών; Για μια βδομάδα φτιάχνεται μια νέα σταθερότητα. Αυτή της αλληλεγγύης, της οργής, της καταδίκης. Πίσω απ’ τα οδοφράγματα έχει χούλιγκαν, επιτήδειους, «περίεργους». Έχει όμως και πτυχιούχους, άνεργους, φοιτήτριες απ’ την επαρχία που «πρέπει» να γλύψουν το βουλευτικό γραφείο για να δουλέψουν. Έχει μαθητές απ’ τα Πατήσια κι απ’ το Χαλάνδρι. Έχει αδιόριστους εκπαιδευτικούς. Έχει οδοκαθαριστές δήμων που πληρώνονται με μπλοκάκι του ΤΕΒΕ. Μα πάνω απ’ όλα έχει τα «παιδιά της γαλαρίας» του Μάνου Χατζιδάκι. Το άτακτο σώμα της ανιδιοτέλειας. Και αυτό όποιος δεν το βλέπει, έχει για πάντα χάσει. Επιστρέφω στη Νομική. Παρασκευή βράδυ. Οι Active Member στη διαπασών τραγουδούν «για τα αδέλφια που χαθήκανε νωρίς», ένα ποίημα του Λειβαδίτη γραμμένο στην τουαλέτα, τάβλι και μπύρες. Στο ραδιόφωνο ένας επαγγελματίας επαναστάτης ρωτάει όλο θυμό: «Ποιο είναι το πολιτικό αίτημα του κινήματος, ποιο;» Μου θυμίζει τους γέρους του θεωρείου στο μάπετ σόου. «Αλέξης», ψιθυρίζω. Υποψιασμένος πως οι μέρες του Δεκέμβρη είναι το εμβρυακό πρόπλασμα (με όλες τις υπερβολές, τις αυθαιρεσίες, τις ακρότητες που προέκυψαν) για τα πιο ταραγμένα που καταφτάνουν. Είναι το σινιάλο για ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο. Τα καλύτερα μας χρόνια. Ως τότε, μια απ’ τα ίδια. Ή μάλλον, τίποτε πια ίδιο.
Δημήτρης Ν. Μανιάτης 13-12-2008

Πηγή: tanea.gr

 

 

Advertisements
This entry was posted in Αφιερώματα and tagged , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s