Αναριθμητισμοί | Του Gil-galad

angelus-novus

Θυμάσαι άραγε;

Ήταν εκείνη τη φορά που όλα άλλαξαν άρδην εντός μας. Αστοί σηκώναν ποτήρια με αλκοόλ, στολές σηκώναν όπλα, γιορτές σηκώσαν ματωμένα στήθη, παιδιά σηκώσαν πέτρες, χαμένοι σηκώναν λάφυρα, πυρήνες σηκώσαν φωτιές, δρόμοι σηκώναν καπνούς και σκόνες. 

Κι εμείς; Εμείς βυθίσαμε τα σώματά μας στο έδαφος. Βαφτιστήκαμε σε μικρές φλόγες και χρώματα της Ίριδας, ρίξαμε τις καρδιές μας σε ένα παράλληλο, δικό μας σύμπαν. Εμείς εκείνη τη φορά κατεβάσαμε τους δείκτες των χρονομέτρων από τον άξονά τους, καρφώσαμε το χώρο και το χρόνο.

Ήταν εκείνη τη φορά που τα κάναμε όλα ανάποδα. Δεν αναφερθήκαμε ποτέ σε πρώτο ενικό. Δεν ήπιαμε από ποτήρια. Δεν καθίσαμε σε έπιπλα ούτε κι αισθανθήκαμε ποτέ κρύο το πάτωμα. Δεν πήραμε για χρόνια πολλά. Δε φορέσαμε καμία μάσκα. Δε σκεφτήκαμε ποτέ το μετά μονάχα αισθανόμασταν τα όνειρα. Το 6, το 12, το 8 δεν είχαν ροή στο μυαλό μας παρά μόνο όταν μείναμε μόνοι. Θυμάσαι άραγε ότι εκείνη τη φορά γίναμε θεοί, κρατώντας το σύμπαν σε ισορροπία;

Από τότε οι δείκτες είναι στους άξονές τους. Οι χώροι μεταβάλλονται συχνά, ο χρόνος σπάνια σταματάει. Τα σύμπαντα γίναν ξανά ένα και η Ίριδα έπαψε να ακούγεται. Οι μικρές φλόγες δεν αγκαλιάζουν πια τα φυτίλια. Οι δρόμοι μόνο μαυρίζουν από τα καυσαέρια και οι πυρήνες γίναν ηλεκτρόνια. Οι χαμένοι δεν έκλεψαν ούτε μια πυξίδα ή έστω ένα χάρτη. Οι πέτρες έμειναν στην άκρη και τα παιδιά τώρα κρατάνε χαμηλά τα κεφάλια τους πάνω από κυκλώματα και δίκτυα. Οι γιορτές γεμίσαν φίλτρα και μοναξιά και οι στολές βυθίζουν πια ζωές, σε θάλασσες και συρματοπλέγματα. Οι αστοί μονάχα μείναν ίδιοι κι ας φόρεσαν νέα ρούχα.

Κι εμείς; Εμείς με σώματα, πατημένα από μπότες, άρρωστα για πάντα από εγκαύματα και κίτρινες σκόνες. Σηκώνουμε στις πλάτες μας εικόνες άλλων και σκεφτόμαστε μόνο το μετά μη γίνει όπως πριν. Προβολές γίναμε που υποτασσόμαστε σε ανάγκες και θέλω. Μάσκες μπαινοβγαίνουν με το χέρι της ειλικρίνειας. Αυτά που θέλαμε να αλλάξουμε τώρα ζούμε. Σκοτώσαμε με κάθε τρόπο το εμείς για να γίνουμε ένα εγώ μόνο. Φτιάχνουμε φίλους και το βράδυ στα κρεββάτια μας πάλι μισοί. Τον ποιητή δεν τον ακούσαμε κι έχουμε λέξεις έτοιμες. Τις ξεστομίζουμε αλόγιστα χωρίς να δούμε τις αιχμές που ακονίζαμε με τις θολές μας σκέψεις.

Εμείς γνωρίσαμε ξανά τη μοναξιά και το 8 το βάλαμε μετά το 6 και πριν το 12. Φεύγουμε για να μη γνωριστούμε, να μην αντικρίσουμε σε μάτια και καθρέφτες την αλήθεια· πως εκείνη τη φορά που όλα άλλαξαν άρδην εντός μας, εμείς μαζί, γίναμε θεοί.

(6.12.8, X.)

Advertisements

About Gil-galad

"Gil-galad was an Elven-king. Of him the harpers sadly sing: The last whose realm was fair and free Between the mountains and the sea. His sword was long, his lance was keen. His shining helm afar was seen. The countless stars of heaven's field Were mirrored in his silver shield. But long ago he rode away, And where he dwelleth none can say. For into darkness fell his star; In Mordor, where the shadows are.
This entry was posted in Adagio για 1 πένα, Τα δικά μας κείμενα. and tagged , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s