Μια σκευωρία και μια δικαστική προαγωγή

o-COURT-facebook

Tην 1η Ιουνίου, το Β’ Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων της Αθήνας απεφάνθη ότι η Ηριάννα Β.Λ. είναι μέλος της E. O. «Συνωμοσία Πυρήνων της Φωτιάς». Έξι ημέρες μετά, το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο του Αρείου Πάγου αποφάσισε πως η Ζωή Δημοπούλου-Αποστολίδου, που προέδρευε του δικαστηρίου, χρήζει προαγωγής σε Πρόεδρο Εφετών. Η σιδηρά χείρα της δικαιοσύνης είχε λειτουργήσει για την πάταξη της τρομοκρατίας και, λίγο μετά, η προεδρεύουσα του δικαστηρίου δικαιωνόταν για το ευρύτερο έργο της. Ή τουλάχιστον αυτό θα μπορούσε να ισχύει, αν για πολλοστή φορά, η διαδικασία που οδήγησε την 29χρονη Ηριάννα στις φυλακές της Θήβας για τα επόμενα δεκατρία χρόνια δεν φαινόταν να έχει αδιαφορήσει για την επάρκεια των στοιχείων κατά της κατηγορούμενης ή για την εξέταση της υπόθεσης χωρίς προκαταλήψεις.

Παρόμοιες κριτικές είχαν ξανακουστεί πρόσφατα για σχετική απόφαση της κ. Δημοπούλου-Αποστολίδου. Στις 25 Απριλίου, το δικαστήριο στο οποίο προέδρευε, καταδίκασε σε 36 χρόνια (25 κατά συγχώνευση) και 5ετή στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων τον Μάριο Σεϊσίδη, αναγνωρίζοντάς τον ως έναν εκ των «ληστών με τα μαύρα». Η διαδικασία καταγγέλθηκε από πλήθος αλληλέγγυων, ενώ σύμφωνα με δημοσιεύματα, η στάση της έδρας ξεπερνούσε «σε εκδικητικότητα και σκληρότητα ακόμα και την ίδια την εισαγγελία». Βγαίνοντας από την αίθουσα, ο συνήγορος του Μ. Σεϊσίδη, Κώστας Παπαδάκης, μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ κατήγγειλε ότι η απόφαση του δικαστηρίου ελήφθη «χωρίς κανένας μάρτυρας να τον αναγνωρίσει και χωρίς κανένα άλλο στοιχείο, εκτός από το DNA του, που ‘ταυτοποιήθηκε’ σε σημεία της διαφυγής των δραστών και του οποίου η διαδικασία λήψης, επεξεργασίας και ταυτοποίησης έχει επανειλημμένα καταγγελθεί ως παράνομη».

Η Ηριάννα Β. Λ. δεν κουβαλούσε καν το «αμάρτημα» της αναρχικής ιδεολογίας. Η ενοχοποίησή της ήρθε μέσω της σχέσης με τον σύντροφό της, Κωνσταντίνο. Μια μέρα του 2011, η αστυνομία εισέβαλε στο σπίτι που βρίσκονταν μαζί, συλλαμβάνοντας τον Κωνσταντίνο με την κατηγορία της συμμετοχής στη «Συνωμοσία Πυρήνων της Φωτιάς». Κατά τη διάρκεια της προσαγωγής της, η Ηριάννα συμμετείχε στην προανακριτική κατάθεση και παραχώρησε οικειοθελώς τα δαχτυλικά της αποτυπώματα και δείγμα του DNA της. To DNA αυτό είναι που το 2013 θα εκκινούσε μία νέα υπόθεση, αυτή τη φορά εναντίον της ίδιας, αλλά και του συγκατοίκου του Κωνσταντίνου, λίγο πριν αθωωθεί αμετάκλητα ο ίδιος από κάθε εμπλοκή με την οργάνωση. Η Ηριάννα βρέθηκε να θεωρείται μέλος των «Πυρήνων» μέσα από τη μερική -ανεπαρκή για κάποιο ασφαλές συμπέρασμα- ταυτοποίηση του DNA της πάνω στον γεμιστήρα ενός όπλου. Άγνωστο βέβαια παραμένει το γιατί ενώ η ΕΛΑΣ είχε στην κατοχή της και το όπλο και το δείγμα του DNA που παραχώρησεΗριάννα Β. Λ., η σύλληψή της βάσει της «ταυτοποίησης» έγινε δύο χρόνια μετά, τον Ιανουάριο του 2013.

Η σύλληψη της Ηριάννας και του συγκατηγορουμένου της πρωταγωνίστησε ως γεγονός, χωρίς να αναφέρονται τα ονόματά τους, σε μία έντονη διένεξη λίγες ημέρες μετά, μεταξύ του τότε υπουργού Προστασίας του Πολίτη, Νίκου Δένδια, και της δικαστικής εξουσίας. Σε συνέντευξή του, ο υπουργός είχε καταφερθεί κατά της απόφασης να αφεθούν ελεύθεροι με περιοριστικούς όρους οι δύο κατηγορούμενοι, καταγγέλοντας τη δικαστική εξουσία για ήπια στάση στις σχετικές υποθέσεις. Τα ονόματα των δύο κατηγορούμενων δημοσιοποιήθηκαν λίγο μετά, όταν σε non-paper του το υπουργείο Προστασίας του Πολίτη κυκλοφορούσε στα ΜΜΕ μια πλήρη λίστα με τα πρόσωπα που είχαν κατηγορηθεί για συμμετοχή στη ΣΠΦ, συμπεριλαμβάνοντας και περιπτώσεις που είχαν αθωωθεί ή για τις οποίες εκκρεμούσε η δικαστική απόφαση. Προτού καν ξεκινήσει η δίκη, η Ηριάννα και ο συγκατηγορούμενός της είχαν βγει στη δημοσιότητα μέσα σε μία λίστα που δημιουργούσε μια συγκεκριμένη ατμόσφαιρα για την εκδίκαση αυτών των περιστατικών.

Το DNA ήταν το μοναδικό «ενοχοποιητικό» στοιχείο – όχι όμως σύμφωνα με τον ειδικό γενετιστή και μοριακό βιολόγο Γιώργο Φίτσιαλο, που θεωρούσε αδύνατη την ταυτοποίηση μέσω του υπάρχοντος δείγματος. Όταν, όμως, ζήτησε ο ίδιος να κάνει τη δική του έρευνα, πήρε την εκπληκτική απάντηση ότι το υπάρχον δείγμα δεν επαρκούσε για κάτι τέτοιο. Πηγές κάνουν λόγο και για παρουσία κι άλλων εμπειρογνωμόνων, οι γνωμοδοτήσεις των οποίων αγνοήθηκαν μπροστά στην κατάθεση της εγκληματολογικής υπηρεσίας της ΕΛΑΣ, χωρίς να έχει επιβεβαιωθεί κάτι τέτοιο.

Η ανεπάρκεια της ταυτοποίησης, καθ’ όλη τη διάρκεια της δίκης, υπερκαλύφθηκε από το κλίμα ενοχοποίησης της κατηγορούμενης. Φίλοι της Ηριάννας και του Κωνσταντίνου που ούτε έχουν σχέση με τον αναρχισμό ούτε έχουν εμπλακεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο σε κάποια υπόθεση που να αφορά τη ΣΠΦ, βρέθηκαν ανάμεσα σε μία λίστα ονομάτων που περιλήφθηκε στην εισαγγελική πρόταση ως «ενδείξεις» για τη σχέση της Ηριάννας με την οργάνωση. Προσωπικά σημειώματα απ’ την εφηβική ηλικία της Ηριάννας, το περιεχόμενο των οποίων κάθε άλλο παρά πολιτικό ή συνωμοτικό χαρακτήρα έχει, κατατέθηκαν ως πειστήρια. Ο δε Κωνσταντίνος, παρά την αμετάκλητη αθωωτική απόφαση υπέρ του, βρέθηκε να περιγράφεται από την έδρα ως «ένοχος» ξανά και ξανά – μέχρι του σημείου να καταλήγει η Ηριάννα να απαντά -αγνώστω τω λόγω- γιατί δεν τον χώριζε και πώς γίνεται να μην είχε υπόψη της τις δραστηριότητές(!) του, όταν «είχε βουήξει ο τόπος από το 2010». Σημειωτέον ότι η σύλληψη του Κωνσταντίνου έγινε το 2011.

Απορίας άξιες είναι και οι ποικίλες αντιφάσεις μεταξύ των προσώπων που κλήθηκαν να επιτελέσουν κάποιο έργο στα πλαίσια της διαδικασίας. Η απουσία οποιουδήποτε σεναρίου αναστολής της ποινής (πρακτική που εφαρμόζεται ακόμα και σε βαρύτερες ποινές) ελάχιστα μοιάζει να συμβαδίζει με την πρότερη ομόφωνη απόφαση ανακριτή και εισαγγελέα οτι η Ηριάννα δεν συνιστά κίνδυνο για τη δημόσια τάξη και μάλιστα μπορεί να αφεθεί ελεύθερη με περιοριστικούς όρους – τους οποίους ανέστειλαν δύο φορές χωρίς πρόβλημα τα δικαστικά συμβούλια που ενέκριναν τη μετάβασή της στο εξωτερικό για συμμετοχή σε επιστημονικά συνέδρια. Η δε ομοφωνία της έδρας στην ενοχή και την καταδίκη απαιτεί ένα ξεχωριστό είδος προκατάληψης προκειμένου να αρνηθεί οποιοδήποτε ελαφρυντικό στο γεγονός ότι η Ηριάννα έχει τελειώσει ένα μεταπτυχιακό, ολοκληρώνει ένα διδακτορικό, ενώ η καθημερινή της απασχόληση έχει να κάνει με την παραγωγή επιστημονικού έργου.

Καθ’ όλη τη διάρκειά της, από τον Ιανουάριο του 2017 μέχρι την 1η Ιουνίου, η δίκη φάνηκε να εξερευνά όχι πειστήρια και αποδείξεις, αλλά τον κοινωνικό κύκλο της κατηγορούμενης, βαθιά και ενδελεχώς. Η δικαστικά επικυρωμένη αθωώτητα του Κωνσταντίνου αμφισβητήθηκε πολλάκις, προκειμένου να μεταβιβαστεί στην Ηριάννα, ελλείψει άλλων στοιχείων. Χαρακτηριστικά, όπως έγραφε και η ίδια στην επιστολή που έστειλε στις 5/6 στην Εφημερίδα των Συντακτών: «Το όλο παρανοϊκό κλίμα επιβεβαίωσε την αρχική εντύπωση που είχα για την επιχειρούμενη εμπλοκή μου στη συγκεκριμένη υπόθεση: τις τελευταίες εβδομάδες δεν δικαστήκαμε μόνο εγώ και ο συγκατηγορούμενός μου, αλλά μαζί με εμάς «δικάστηκε» για δεύτερη φορά και ο σύντροφός μου. Τι και αν η αθωωτική απόφαση στο προ τριετίας δικαστήριό του θεωρείται από τον νόμο αμετάκλητη; Τα μετέωρα στοιχεία μιας υπόθεσης που έχει από καιρό λήξει μεταπηδούν από αυτή σε άλλες, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο ενόχων».

Η ενοχοποίηση κοινωνικών σχέσεων έχει εμφανιστεί συχνά τα τελευταία χρόνια, γύρω απ’ τις πάμπολλες πλέον δικαστικές υποθέσεις που έχουν επιχειρήσει να σκιαγραφήσουν μια σειρά ατόμων ως μέλη της «Συνωμοσίας Πυρήνων της Φωτιάς». Πέραν των μελών της οργάνωσης που αναγνώρισαν τον εαυτό τους ως τέτοια, οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι και καταδικασθέντες είχαν απέναντί τους ανώνυμους μάρτυρες, ανεπαρκή στοιχεία αμφιβόλου προέλευσης και συχνά τα μέσα ενημέρωσης. Τα τελευταία έχουν κομβικό ρόλο. Άλλωστε, το 2013 που συνελλήφθησαν η Ηριάννα και ο συγκατηγορούμενός της, τα πυρά του Νίκου Δένδια κατά των δικαστικών δεν είχαν να κάνουν μόνο με την απόφαση του ανακριτή Δ. Μόκκα να τους αφήσει ελεύθερους με περιοριστικούς όρους, αλλά και με το γεγονός ότι δεν έκρινε αναγκαία την δημοσίευση των στοιχείων και των φωτογραφιών τους στον ιστότοπο της Αστυνομίας, μια πρακτική που γιγαντώθηκε επί υπουργίας Δένδια, συνεισφέροντας καίρια στο κλίμα προκατασκευασμένης ενοχής.

Το τεκμήριο αθωότητας μοιάζει παντελώς απόν από τη δικαστική διαδικασία του τελευταίου εξαμήνου που κατέληξε στη 13χρονη κάθειρξη της Ηριάννας. Η τρανταχτή αυτή περίπτωση κακοδικίας δεν απέτρεψε πάντως την προαγωγή της Ζωής Δημοπούλου-Αποστολίδου στο αξίωμα της Προέδρου Εφετών.

Υπάρχει μία ευκαιρία να διορθωθεί η αδικία εις βάρος της Ηριάννας κατά την έφεση, αλλά ακόμα και αυτή η δικαίωση θα ωχριά μπροστά στην αναπαραγωγή δικαστικών πρακτικών που διολισθαίνουν ολοένα και περισσότερο μακριά από κάθε δημοκρατική νομιμοποίηση.

Γιάννης – Ορέστης Παπαδημητρίου

Advertisements
This entry was posted in Είδαμε κι ακούσαμε. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s