Η αθανασία κρύβεται πίσω απ’ τα μαύρα σου μαλλιά

35

Η ζωή εξακολουθεί να περιστρέφεται
στο γυαλιστερό χρυσόχαρτο μίας ακόμη εορτής
μπλεγμένη ανάμεσα σε υπερταχεία καλώδια
σε συρμούς ηλεκτρικούς σε ατσαλάκωτες χαρτοπετσέτες
μιλάει ευγενικά απαντάει σε μηνύματα μαθαίνει κάποια ξένη γλώσσα
βγαίνει τακτικά τα Σάββατα
φορώντας στα πόδια της τα παπούτσια ενός άλλου ανθρώπου
μπερδεύεται στα βήματά της
φοράει ρούχα γυαλιστερά
κάνει πιάτσα στους υπονόμους και στις υπόγειες διαβάσεις
στο ΘΗΣΕΙΟ στην ΟΜΟΝΟΙΑ ή σε κάποια άλλη κοσμική πρωτεύουσα
μπλέκεται με τους περαστικούς μέσα σε σκουριασμένες καρότσες μηχανές
και κιτρινιασμένα φώτα σε υπερλεωφόρους που δεν οδηγούν πουθενά
στους θορύβους της Αττικής που συστρέφεται στον εφιάλτη της
κι όμως κοιτάζει μυστικά τις νύχτες το φεγγάρι που ανατέλλει από την Ακρόπολη
και πιστεύει σε κάτι πέρα και πάνω από εμάς.

Έγραψα κάποτε μου λείπεις σε μία Χριστουγεννιάτικη ευχή και την έστειλα στο χάος
ελπίζοντας πως κάποιος θεός απ’όλους τους θεούς όλων των καιρών των ανθρώπων
ίσως να με λυπηθεί και θα στην φέρει
σε ένα αστικό παράδρομο σε ένα γυάλινο ουρανοξύστη ή σε μία λευκή νησίδα
έχω ονειρευτεί το σπίτι σου,
απλώνεται στην φαντασία μου σαν μεγάλη καρυδιά πλατύφυλλη
σαν έλατο έτοιμο να ριζώσει στην καρδιά μου
κάποτε μαλιστα ανοίγεις την πόρτα
σαν να περίμενες τον ταχυδρόμο από καιρό
χαμογελάς, σαν να γεννήθηκες με αυτόν τον σκόπο
και έπειτα χάνεσαι μπροστά στην πόρτα
και μέσα σε αυτό το όνειρο περιμένοντας να ξαναζήσω
είδα τόσους περαστικούς να φεύγουν
φορτωμένοι με βαλίτσες, ρούχα, αρτοσκευάσματα
φώναξα σταματήστε, αυτό που παίρνετε είναι η ζωή μου
κι έτρεξα πίσω από καράβια και αεροπλάνα σαν πρόσφυγας
και σ’αυτούς τους δρόμους σ’έχασα
με την ελπίδα μήπως και σε ξαναβρώ.

Προχωρώ, κι όσο ζω την ζωή μου
βυθίζομαι στα κύματά της
όπως ο δύτης χάνεται μες τα τοιχώματα
μίας μικρής λευκής αχιβάδας
που κυκλώνει σιωπηλά
τον αδήλωτο εαυτό της
αυτός ο δρόμος που με οδηγεί; Δεν ξέρω·
κι όμως προχωρώ
στον σιωπηλό καιρό των ανθρώπων
και πόσος χρόνος μου αναλογεί
προτού γεμίσω άλλη μια σχισμή στην γη;

η αθανασία κρύβεται πίσω απ’ τα μαύρα σου μαλλιά
περιμένει να την βρω σ’έναν γαλάζιο αστερία
σε μία αφιέρωση βιβλίου σ’ένα κατακόκκινο μήλο
περιπαίζει τα όνειρά μου σαν παιδί που παίζει ζάρια
και φυτεύει σπόρους στην καρδιά μου
οι ρίζες της απλώνουν μέσα μου σαν δίκτυο από λευκές ιδέες
ρουφάνε την ζωή τρέφονται από τον φόβο
έτσι που δεν ξέρω πια τι να δώσω –
η θυσία δεν θα είναι ποτέ αρκετή·
κάποτε η καρδιά μας μαζεύει θάρρος να σηκώσει τα μάτια της από την γη
συνδιαλέγεται με τον ήλιο ατενίζει τα σύννεφα
αναλογίζεται την άδικη μοιρασιά και την άτυχη μας ώρα
και ύστερα φουσκώνει να σπάσει.

κι ίσως να είμαι αφελής
όμως πιστεύω ανένδοτα σε μία άλλη δικαιοσύνη
δίχως δέλτα κεφαλαίο θα μιλάει στις ψυχές
θα αγκαλιάζει τα σώματα και θα ξέρει τις σκέψεις μας
κι αφού το έχω ονειρευτεί,
η ζωή θα με δικαιώσει
βλέπεις, δεν μπορεί να γίνει αλλιώς
αφού δεν θα’χει πια καμία σημασία
και ίσως σε αυτήν την εκδοχή
η κάρτα μου να φτάσει κάποτε στον παραλήπτη της.

Ναυτίλος

fotachloma

This entry was posted in Είδαμε κι ακούσαμε. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s