Μικρή φιλοσοφία του Έρωτα | Αλαίν ντε Μποττόν

mikri_filosofia_tou_erotaΌλα τα δώρα καλοδεχούμενα, μα αυτό συγκεκριμένα πιο καλοδεχούμενο από ποτέ, αφού προσφέρθηκε με περίσσια αγάπη από ένα περίσσια αγαπημένο μου πρόσωπο. Ναι, ίσως από μόνη μου να μην επέλεγα να αγοράσω και να διαβάσω το εν λόγω βιβλίο, παρ’ όλα αυτά εφόσον το επέλεξε το άτομο αυτό ξέρω πως τυχαία δεν μου δόθηκε. Ήταν η ώρα του να αναγνωσθεί και, ναι, ήταν ό,τι έπρεπε τη δεδομένη χρονική περίοδο.

Πρώτα απ’ όλα, απ’ την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου:

Η «Μικρή φιλοσοφία του έρωτα» είναι ένα ερωτικό μυθιστόρημα που περιγράφει το πώς ζούμε κι ερωτευόμαστε σήμερα. Περνώντας από τον Αριστοτέλη στον Βιτγκενστάιν και στον Γκράουτσο Μαρξ, και από την Ιστορία στη θρησκεία, ο Βρετανός συγγραφέας Αλαίν ντε Μποττόν χαρτογραφεί την πορεία μιας ερωτικής σχέσης από το πρώτο φιλί ως τους καβγάδες και τη συμφιλίωση, από την οικειότητα και την τρυφερότητα ως την απομάκρυνση, την αγωνία και την πίκρα του χωρισμού. Η «Μικρή φιλοσοφία του έρωτα» εξετάζει με σύγχρονο βλέμμα τα πανάρχαια διλήμματα της καρδιάς.

Κάποια από τα αποσπάσματα που -φυσικά- υπογράμμισα για να μπορώ να ανατρέχω:

«Η ανάγκη να ερωτευτούμε προηγείται πάντα του έρωτά μας προς ένα συγκεκριμένο πρόσωπο. […] Το ότι ερωτευόμαστε τόσο απότομα οφείλεται μάλλον στο ότι η διάθεση για έρωτα έχει εκδηλωθεί πριν δούμε το προσφιλές πρόσωπο – η ανάγκη επινοεί τη λύση της. Η εμφάνιση του προσφιλούς προσώπου δεν είναι παρά το δεύτερο στάδιο στην προγενέστερη (αλλά κατά κανόνα λανθάνουσα) ανάγκη να ερωτευτούμε.».

«Σύμφωνα με τον Όσκαρ Ουαιλντ, κάθε φορά που ερωτευόμαστε, απαιτείται να θριαμβεύσει η ελπίδα επί της αυτογνωσίας. Ερωτευόμαστε ελπίζοντας ότι δεν θα βρούμε στον άλλο όσα γνωρίζουμε ότι ενυπάρχουν σε μας: τη δειλία, την αδυναμία, την οκνηρία, την ανειλικρίνεια, τους συμβιβασμούς, την ωμή βλακεία.  Βρίσκουμε στο προσφιλές μας πρόσωπο μια τελειότητα που αδυνατούμε να την διακρίνουμε στον εαυτό μας και ελπίζουμε ότι, μέσω της ένωσής μας μαζί του, κάπως θα γίνει και θα καταφέρουμε να διατηρήσουμε (παρά τις αντενδείξεις της αυτογνωσίας μας) μια έστω επισφαλή πίστη στο ανθρώπινο γένος.»

«Συνήθως υπάρχει κάποια στιγμή μαρξισμού στις περισσότερες σχέσεις (το σημείο στο οποίο γίνεται σαφές ότι ο έρωτας ανταποδίδεται) και η έκβασή της εξαρτάται από την ισορροπία ανάμεσα στην αγάπη και το μίσος που τρέφει καθένας για τον εαυτό του.»

«Ο Άλμπερ Καμύ υποστήριξε ότι ερωτευόμαστε επειδή οι άλλοι, έξωθεν, δείχνουν πλήρεις, σωματικά και συναισθηματικά ακέραιοι, ενώ εμείς έσωθεν νιώθουμε σκόρπιοι, μπερδεμένοι. Επειδή δεν έχουμε συνεκτική αφηγηματική δομή και σταθερή ταυτότητα, σαφή κατεύθυνση και συνάφεια περιεχομένου, καλλιεργούμε την ψευδαίσθηση ότι όλα αυτά ενυπάρχουν στον άλλο.»

«Μάλλον είναι αλήθεια ότι δεν υπάρχουμε πραγματικά παρά μόνο από τη στιγμή που μας βλέπει και κάποιος άλλος, ότι δεν μπορούμε να μιλήσουμε σωστά παρά μόνο όταν βρεθεί κάποιος που να κατανοεί τι λέμε. Στην ουσία, δεν είμαστε ποτέ ολοκληρωτικά ζωντανοί χωρίς κάποιον να μας αγαπάει.»

«Η νοσταλγία του έρωτα ενσκήπτει όταν συναντάμε τυχαία ένα πρόσωπο που υπόσχεται πολλά, μα η συγκυρία όρισε να μην το γνωρίσουμε έγκαιρα. Το να υψώνεται μπροστά μας ως εφικτός ένα έρωτας άλλος από αυτόν που ζούμε αποτελεί υπενθύμιση ότι η τωρινή μας ζωή δεν είναι παρα μόνο μία από μυριάδες πιθανές, και η θλίψη μας έγκειται μάλλον στο ότι είναι αδύνατον να τις ζήσουμε όλες.»

«Η λαχτάρα δεν είναι δυνατόν να στρέφεται επ’ αόριστον στα οικεία, διότι προϋποθέτει ένα μυστήριο που αίρεται όταν οι ιδιότητές τους χαρτογραφηθούν.»

«Το κακό με την ευτυχία είναι ότι, επειδή σπανίζει τόσο, καταλήγει να μας γεμίζει με τρόμο και άγχος όταν τη δούμε να έρχεται. Γι’ αυτό και τείναμε ανέκαθεν να την αναζητάμε στην ανάμνηση ή στην προσδοκία.»

«Η ταυτότητά μου σφυρηλατιόταν επί πολύ καιρό με βάσει το «εμείς» και η επάνοδος στο «εγώ» απαιτούσε να επανεπινοήσω σχεδόν εκ βάθρων ποιος ήμουν. Χρειάστηκε να περάσει μεγάλο διάστημα μέχρι να σβήσουν οι εκατοντάδες συνειρμοί που είχαμε συσωρρεύσει μαζί εγώ και η Χλόη. Χρειάστηκε να επισκεφτώ σχεδόν κάθε τόπο, να ξαναγράψω σχεδόν κάθε διάλογο, να ξανακούσω σχεδόν κάθε τραγούδι, να επαναλάβω σχεδόν κάθε δραστηριότητα στην οποία είχαμε συμμετάσχει μαζί, για να καταφέρω να τα ανακτήσω στο παρόν, για να αφοπλίσω τους συνειρμούς που προκαλούσαν. Αλλά σιγά σιγά ξέχασα. Ο χρόνος συρρικνώθηκε, σαν ακορντεόν που το ζούμε ανοιχτό αλλά στη μνήμη κλεινει.»

εκδόσεις Πατάκη

politeianet.gr

This entry was posted in Αταξινόμητα, Αφιερώματα. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s